Σάββατο, 12 Απριλίου 2014

Ψυχογράφημα 1

Αυτοί που μ'εκαναν να είμαι αυτό που είμαι. 
Σπουδή 
σε τρεις 
παλμούς

 

Κεφάλαιο Πρώτο

 

"Ο άνθρωπος με το κίτρινο περιβραχιόνιο"

Είμαι ένας ευλογημένος άντρας. Γεννήθηκα το 1975. Κι από τα πέντε μου, είμαι φανατικός Παναθηναϊκός. Βάλτε τα κάτω: ο άνθρωπος που καθόρισε τον τρόπο με τον οποίο ξεκίνησα να αντιλαμβάνομαι τον κόσμο γύρω μου, ήρθε στον Παναθηναϊκό το 1984. Κι έφυγε ουσιαστικά το 1994. Αυτό το κίτρινο περιβραχιόνιο, που σφίγγει το αριστερό του μπράτσο πάνω από την πράσινη μπλούζα interamerican, υπήρξε για μένα η πιο όμορφη λεπτομέρεια που είδα ποτέ μέχρι να ξεπεράσω τα 25.  


Η ομορφότερη καταγραφή αυτής της λεπτομέρειας αποτυπώθηκε σε φωτογραφία της 9ης Φεβρουαρίου του 1992 και την πρόσφερε απλόχερα σε αφίσα ικανοποιητικών διαστάσεων το περιοδικό "Κατερίνα" λίγες μέρες μετά, που φυσικά αγόρασα σε τρία αντίτυπα. Πρόκειται για τη στιγμή του πανηγυρισμού του δεύτερου γκολ –δύο λεπτά αφότου είχε σκοράρει πάλι ο ίδιος-  εναντίον της ΑΕΚ, με τακουνάκι (αφού ο Φρατζέσκος έκανε χαζό τον Μανωλά και του’βγαλε πάσα πάρε-βάλε). Ο φακός τον συλλαμβάνει να κατευθύνεται προς τον Μπάγεβιτς με τα χέρια τεντωμένα ψηλά και τις γροθιές σφιγμένες.


Παιδική ηλικία

Κάποιοι σάστιζαν από θαυμασμό με τα νούφαρα του Μονέ, τα χρώματα του Καραβάτζιο ή το φως του Ρέμπραντ. Εγώ τους ρωτούσα αν επρόκειτο για δεξί μπακ της Σεντ-Ετιέν, εξάρι της Παλέρμο ή τερματοφύλακα της Αλκμάαρ. Δεν ήξερα. Δεν ήθελα να ξέρω. Εκείνη την εποχή, μόλις είχα αγοράσει επιτέλους την αξιοπρεπή αφίσα του, την είχα κρεμάσει με παραμάνα από τις τρύπες του άθλιου μπαμπού φωτιστικού μου και πρέπει να πέρασαν τουλάχιστον πέντε χρόνια μέχρι να την ξεκρεμάσω. Για μένα, το γλυκό πλασέ στην απέναντι γωνία, με τη μπάλα να γλύφει απ’το φάλτσο το πλαϊνό δίχτυ ταξιδεύοντας μέχρι τη ραφή στο βάθος, υπήρξε η υψηλότερη μορφή τέχνης. Ο ομορφότερος πίνακας ζωγραφικής. Που να’ξερα ποιος ήταν ο Καραβάτζιο;

Επίσης, λύκειο πήγα στη Γκράβα. 21ο Λύκειο Αθηνών. Κι ενώ πριν είχα 9 χρόνια θητείας σε ιδιωτικά σχολεία. Η αρχή έγινε στον ταπεινό "Άγιο Σπυρίδωνα" της Νέας Φιλαδέλφειας όπου χρίστηκα επιτυχώς απόφοιτος δημοτικού. Εκεί, ο ιδιοκτήτης/δάσκαλος/διευθυντής/επιμελητής, Μέγας Κος Γιαννημάρας, όταν κάναμε φασαρία μας σήκωνε να χορέψουμε καλαματιανό για να μας "επαναφέρει". Αυτό συνίστατο στο να χορεύει μαζί του το δίδυμο που μιλούσε, μπροστά σε όλη την τάξη. Αλλά πώς; Αυτός, στη μέση, τραγουδώντας, μας κράταγε από το μικρό δαχτυλάκι το οποίο και πίεζε στα όρια του να μη σπάσει (ήταν μάστορας και μεγάλη φωνή ο Κύριος Γιαννημάρας). Η εικόνα ήταν εκπληκτικής σημειολογικής δύναμης: ένας δάσκαλος να τραγουδάει και να χορεύει κανονικά υψώνοντας το πλασέ δώθε πέρα, σφίγγοντας δόντι από τη σαδιστική ευτυχία που τον πλημμύριζε, και δίπλα του δυό παιδιά που απ'τον πόνο άνοιγαν το στόμα χωρίς να φωνάζουν (απαγορεύονταν), και σήκωναν το γόνατο ψηλά όπως ο Ραλφ Μάτσιο στο Καράτε Κιντ, ως ύστατη σωματική κραυγή αγωνίας. Σκάρτα 10 χρόνια θα'χαν περάσει από την πτώση της Χούντας. Πρέπει να'ταν λαμπρό παληκάρι τότε ο Κυρ-Γιαννημάρας. Με συμπαθούσε πολύ κιόλας. Όπως οι βασανιστές τους βασανιζόμενους. Αγάπη δίχως όρια.

Από κει λοιπόν, πέρασα στον μπουρζο - "Πλάτωνα", όπου οι λέξεις "κοπάνα", "κάπνισμα" και "αντιμιλάω" σε είχαν πείσει ότι δεν τις είχες ακούσει ποτέ. Βασικά, τότε, όταν έβλεπα "Αθλητική Κυριακή", είχα τρελά ενοχικά και υπερβολικό άγχος, και η ψυχολογία μου θα μπορούσε άνετα να συγκριθεί με αυτή των παιδιών του κρυφού σχολιού. Ωστόσο μορφή και τακτικές σαν αυτές του Γιαννημάρα, δεν υπήρχαν. Πάνω που συνήθιζα...


Σκάω ψάρουκλας λοιπόν στο 21. Μετά το παρελθόν των ιδιωτικών, ένα βλέμμα αρκεί: έχω κατανοήσει τον "μαρξιστικό διαλεκτικό υλισμό" πριν καν τον διδαχθώ. Βασικά δεν τον έχω απλά κατανοήσει. Κυλάει ήδη στις φλέβες μου. Η γκρι τσιμεντένια εκτρωματική κατασκευή που δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από μια φυλακή, θα υποδεχθεί τις πιο ελεύθερες κι ανέμελες σχολικές στιγμές που έζησα ποτέ. Η ανυπαρξία καθηγητών που "παρόλα αυτά" θα μπορούσαν να εμπνεύσουν, επέτρεψε το σχηματισμό προσωπικών μου αποφάσεων οι οποίες ήταν πάντα απαγκιστρωμένες από οποιονδήποτε συμβατικό χρωματισμό: η απαξίωση της εκπαίδευσης σε ανάγκαζε τουλάχιστον να διαλέξεις μόνος σου μεταξύ της μόνιμης άρνησης για τα πάντα και της ελευθερίας του να γουστάρεις ό,τι θες. Άλλωστε, το να έχεις σχέση απόλυτου σεβασμού με τον καθηγητή που σου προτείνει να βγεις έξω "χωρίς απουσία" για να μην του κάνεις μπουρδέλο το μάθημα, είναι μια μοναδική ευκαιρία κατανόησης των δεδομένων της "έξω ζωής" που σε περιμένει σε λίγα χρόνια: οι νόμοι παρακάμπτονται πάντα, όταν η λύση εξυπηρετεί και τις δύο αντικρουώμενες πλευρές ενός προβλήματος.

Γκράβα(ρα)


Κάπως έτσι, από τις μηδέν κοπάνες το χρόνο, πέρασα αυτομάτως στις 200, όχι γιατί έφευγα για φραπέ όπως οι γελοίοι αδύνατοι (με την Λουισικεϊκή έννοια, θα επανέλθω), αλλά γιατί, είτε συζήταγα τις διαφορές του 3-5-2 με το 4-5-1, είτε τις διαπίστωνα στην πράξη στο ευλογημένο τσιμέντο του προαυλίου. Εκεί λοιπόν, αναγκαστικά, οι πολιτιστικές προσλαμβάνουσες ήταν άρρηκτα συνδεδεμένες με την παρατήρηση του Άκη Ζήκου ο οποίος μας έκανε χαζούς όλη μέρα, όλη τη χρονιά. Ρε, έχω παίξει εικοστετράωρα ολόκληρα στο σύνολο με συμπαίχτη ή αντίπαλο τον Άκη Ζήκο, μαθητή του 21ου Λυκείου Αθηνών και μοναδικό έλληνα που έπαιξε τελικό τζαμποζλί, ποιος είναι ο Πλάτωνας και ποιος ο Βαν Γκογκ; Και τι είναι το καμάκι; Δε με χέζετε λέω γω…



Όνειρα

Δεν είναι τυχαίο λοιπόν ότι τα δύο όνειρα που θα σας αφηγηθώ, αντικατοπτρίζουν με συγκινητική ακρίβεια τον ψυχικό μου κόσμο, καθορισμένο από τη στρογγυλή Θεά –γενικά- και το Δημήτρη Σαραβάκο –ειδικά. Το πρώτο, τοποθετείται στα χρόνια της Γκράβας. Δευτέρα λυκείου, άρρωστος, 40 πυρετός. Νύχτα. Υπνοβατώ για πρώτη και τελευταία φορά στη ζωή μου. Τη στιγμή που με ξυπνάει ο πατέρας μου στο μπαλκόνι (κι αφού κυνήγαγε τη μάνα μου δευτερόλεπτα πριν η οποία υπνοβατώντας επίσης, προσπαθούσε να βγει απ’το σπίτι), τη στιγμή αυτή λοιπόν, μόλις έχω δώσει πάσα στο Δημήτρη Σαραβάκο -κάθετη που κόβει σα βούτηρο την αντίπαλη άμυνα- την οποία αξιοποιεί -εννοείται- σκοράροντας. Και έρχεται ο Δημήτρης ο Σαραβάκος και μ’αγκαλιάζει με το γνωστό του χαμόγελο που φωτίζει το ΟΑΚΑ, το όνειρο το ίδιο, και φυσικά, όλο το μέλλον μου. Ο πατέρας μου θα μου πει την άλλη μέρα ότι τη στιγμή που με ξύπνησε, τον αγκάλιασα ουρλιάζοντας με δάκρυα στα μάτια: "Έδωσα πάσα στο Σαραβάκο και το κόλλησε!!!" Να’ναι καλά ο πυρετός… Κι αυτός ο άνθρωπος που έτρεχε να μας μαζεύει βραδιάτικα…

Το δεύτερο όνειρο το είδα πριν από λίγους μήνες. Και μπορεί να καθόρισε και την απόφασή μου να κάτσω να γράψω για όλα αυτά. Είμαι λοιπόν συμβασιούχος καθηγητής σε Πανεπιστήμιο του εξωτερικού. Πρώτη μου χρονιά, κάτι οι αλλαγές, κάτι οι μοναξιές, δεν είμαι καλά. Κι αυτή τη φορά, δυστυχώς, θα δω εφιάλτη. Είμαι λέει κάπου, και γνωρίζω το Ράντο. Άκου μαλακία. Εγώ, το Ράντο. Πάνω στην κουβέντα δε γίνεται να μην τον ρωτήσω για το πέναλτι στο Σαραβάκο στις 10 Μαρτίου του 1991. Τότε που χάσαμε 0-1 με γκολ του Κεφτεδό, είχαμε δύο δοκάρια στη συνέχεια, και στο 90’ δε μάθαμε ποτέ αν ο Ράντος έκανε πέναλτι στο "μικρό". Μιλάμε για φάση που με στοίχειωνε για μήνες. Επιτέλους λοιπόν τον βρίσκω. Και τον ρωτάω: "Ρε Ράντο (έτσι ακριβώς), το’κανες τότε το πέναλτι ή όχι;" Χαμογελάει και μου λέει: "Εσύ τι λες;" Και πάνω που πάω ν’απαντήσω "ΕΓΩ ΛΕΩ ΝΑΙ", φάση "σε βουτάω κι απ'το γιακά άμα γουστάρεις ρε σκατόφλωρε", ξυπνάω. Πιο σκατά δε γίνεται… 



Η Αρχή

Όλα όμως -για να επιστρέψουμε από αυτό το γαϊτανάκι των αλεπάλληλων παρενθέσεων- όλα ξεκίνησαν στις 6 Μαρτίου του 1985. Τότε που ακόμη χορεύαμε υπό τη φωνή του Μέγα Γιαννημάρα. Ο Παναθηναϊκός είναι στους 8 του Κυπέλλου Πρωταθλητριών και αντιμετωπίζει τη Γκέτεμποργκ στο Ούλεβι. Η μάνα μου δουλεύει, και η γιαγιά μου κάπου γυρνοβολάει. Είμαι μόνος και παρακολουθώ τον αγώνα στη μικρή ασπρόμαυρη τηλεόραση στο δωμάτιο της μάνας μου. Απ’το άγχος, για να’μαι όσο πιο κοντά γίνεται στο τερέν, έχω ξαπλώσει μπρούμητα με το κεφάλι σχεδόν έξω απ’το κρεβάτι και τη μύτη στα 20 εκατοστά από την οθόνη. Πεντηκοστό λεπτό. Ο Θανάσης Δημόπουλος κερδίζει πέναλτι με τη μπουκλωτή χαίτη, γιατί πέφτοντας αυτή θα τιναχτεί ανεμίζοντας τόσο πειστικά, που ο ρέφερι θα δείξει βούλα. Αναλαμβάνει αυτός που σε λίγα χρόνια θα φοράει το πιο όμορφο κίτρινο περιβραχιόνιο που φόρεσε ποτέ αρχηγός του Παναθηναϊκού. Θα’ναι ριγωτό με λευκό στη μέση, πάνω στο οποίο θα είναι γραμμένο: Spitzenkraft = ηγέτης, αρχηγός. Δεν το συζητάει καθόλου κι ας είναι μόλις 24 και νεούδι στην ομάδα. Παίρνει το τόπι και το καρφώνει στο πλεκτό. Έτσι απλά. Αρχίζω να χοροπηδάω στο κρεβάτι και σπάω πρώτα τέσσερις τάβλες και μετά το κεφάλι μου στη γωνία. 

Εδώ, η μεγάλη αυτή στιγμή:
https://www.youtube.com/watch?v=Q_Rm3i0jF3o

Ωστόσο, η ρεβάνς της 20ης Μαρτίου θα με σημαδέψει για πάντα. Έχω ανακατέψει το σύμπαν ολόκληρο για να πείσω τη μάνα μου να μ’αφήσει να πάω. Η άμοιρη βρίσκει ένα συνάδελφο, μας βρίσκει και εισιτήρια και πάμε. Μπαίνοντας στο γήπεδο χτυπάω τριπλό εγκεφαλικό στο μάτι. Μιλάμε για 80.000 κόσμο. Όχι φλωριές. Μιλάμε ότι έζησα το ρεκόρ εισιτηρίων που έκανε ποτέ το ΟΑΚΑ στα δέκα μου. Σας είπα. Είμαι ένας ευλογημένος άντρας.

Το ματς θα είναι ένα από τα μεγαλύτερα θρίλερ της ιστορίας του Παναθηναϊκού: 0-1, 1-1, 1-2 οι Σουηδοί. Πιέζουμε, τίποτα. Κάπου κοντά στο 65’ δεν του δίνεται καθαρό πέναλτι όταν φάτσα με τον τερματοφύλακα Ραβέλι, τον μεγαλύτερο ευρωπαϊκό πελάτη του, θα τον κλαδέψει ένα κατσίκι από πίσω. Στο 79’ όμως, θα του δοθεί το τραβηγμένο. Η ησυχία που απλώθηκε στο στάδιο την ώρα που ετοιμάζεται να πάρει φόρα είναι ασύλληπτη. Είμαι στο πάνω διάζωμα, και μα τη μπαναγία, ακούω το χτύπημα της μπάλας με το πλασέ του. Η πορεία των 12 μέτρων από τη βούλα στο δίχτυ, διήρκησε μια ζωή. Αλλού ο Ραβέλι, στο γάμα η μπάλα απ’την άλλη. Το ΟΑΚΑ πηγαίνει πάνω-κάτω στην κυριολεξία. Κι εγώ νιώθω ότι χάρη σ’αυτόν, μπορώ άνετα να πεθάνω ευτυχισμένος μετά από 10 χρόνια ζωής. Κοιτάω ουρανό. Και τον δείχνω κιόλας. Πριν το κάνει ο Τζιοβάνι και οι θαμώνες του Ρέμου.

Δες εδώ:
https://www.youtube.com/watch?v=yVt68XvKM3o 



Το όνειρο δε σταματά

28 Μαΐου 1986. Τελικός κυπέλλου κόντρα στον Ολυμπιακό. Ο άνθρωπος με το κίτρινο περιβραχιόνιο θα κάνει όργια στη μεγαλύτερη νίκη της ιστορίας μας με αντίπαλο τον μισητό γάβρο. 4-0. Ο άνθρωπος με το κίτρινο περιβραχιόνιο δε θα σκοράρει μόνο δις, αλλά θα κάνει ρεζίλι όποιον θελήσει να τον πλησιάσει. Ακόμα και στο πέναλτι που του πιάνει ο Αρβανίτης, θα πάρει το ριμπάουντ, και παρότι είναι πλάγια με όλους τους αμυντικούς να πέφτουν πάνω του, θα τη στείλει με το μυτάκι στην κλειστή γωνία αφήνοντάς τους όλους ξερούς. Μιλάμε για ρεζίλεμα ολκής. Αυτός ο κακομοίρης ο Μίχος ακόμη πρέπει να τον βλέπει στον ύπνο του. Ο "μικρός" είναι σε μεγάλα κέφια, κι είναι μόνο στην αρχή.


21 Οκτωβρίου 1987. Η ασύλληπτη γκολάρα του στη Γιουβέντους. Φάουλ από αριστερά ο Ρότσα, διώχνει με τζούφιο ψαράκι με την καρκάλα ο Τριτσέλα, η μπάλα παίρνει ύψος και πριν σκάσει κάπου λίγο έξω απ’το ημικύκλιο, της τραβάει ο "μικρός" ένα σουτ-γούδα, και τη στέλνει τηλεφωνικά στο απέναντι γάμα. Επί τη ευκαιρία, εξηγώ εν τάχει τον όρο "σουτ-γούδα" και τα παρακλάδια του, που είναι inside joke της κατακαημένης παρέας μας. Γούδα για μας ήταν η λέξη που περιέγραφε το αντρικό πέος (ναι, το παίζω κυριλέ τώρα και λέω πέος, τι να κάνω, στα 38 σε πιάνουν οι ντροπές μ’αυτά). "Σουτ-γούδα" λοιπόν ήταν το ξερό σουτ, το μονοκόμματο που καρφώνονταν στο βάθος της εστίας με δύναμη. Μόνο που για μας δεν υπήρχε "βάθος εστίας" τότε. Υπήρχε "μήτρα". Μη γελάτε. Ήταν μια μπάλα που καρφώνονταν σε κάτι σα φωλιά. Μπορεί το '87 που μπήκε το γκολ να είμασταν ακόμη μικροί και ο όρος να μην είχε ακόμη επινοηθεί, αλλά από τις αρχές του '90 έως και τώρα, όλα αυτά τα γκολ θα χαρακτηρίζονταν έτσι μεταξύ μας: "Πω μαλάκα! Μήτρα!" ή "Πω ρε πούστη! Τι γούδα ήταν αυτή;!" Ούτε καν "γκολ-μήτρα" ή "σουτ-γούδα" από ένα σημείό κι έπειτα. Χάρην συντομίας. Κι όλ'αυτά, γιατί πολύ απλά στα 15, οτιδήποτε στέρεο εισχωρούσε σε οτιδήποτε που παρέπεμπε σε "φωλιά" ήταν "γούδα" σε "μήτρα". Κι αν είσαι άντρας και δεν το’βλεπες έτσι, εσύ το’χεις το πρόβλημα κι όχι εγώ. Λοιπόν, δοκάρι και μέσα λοιπόν ο Μικρός. Ξέρετε, σ’αυτά τα τέρματα του Ολυμπιακού Σταδίου που το δίχτυ δεν τραβιόταν από παλούκια καρφωμένα πιο πίσω όπως τώρα, σχηματίζοντας ορθογώνιο παραλληλεπίπεδο, αλλά είχαν κάθετα σε σχέση με τη γραμμή του άουτ βαλμένη μία σωληνοειδή μύτη της οποίας η μία άκρη ξεκινούσε από τη συμβολή των δοκών και επέστρεφε πάλι πίσω με κούρμπα λίγο πιο κάτω, στο κάθετο δοκάρι. Πάνω της έπεφτε αιθέρια το δίχτυ, σα φόρεμα της Αικατερίνης της Α’. Αυτά τα τέρματα μάλιστα τα αγοράζαμε και στο σουμπούτεο και τα λέγαμε έτσι: τέρματα του Ολυμπιακού Σταδίου. Αυτά ήταν, και είναι για μένα, τα "κανονικά" τέρματα. Γιατί εκεί σκόραρε ασταμάτητα ο άνθρωπος με το κίτρινο περιβραχιόνιο σφιγμένο πάνω από την πράσινη interamerican μπλούζα. Στη ρεβάνς στο Τορίνο ο φονιάς Δημόπουλος σκοράρει με "σκαστό σκροπ αλλού ντ’αλλού" και μας στέλνει αμπαλαέο να τρέχουμε μέσα στο σαλόνι γύρω γύρω. Ούτε 30 τετραγωνικά το σαλόνι. Η γκολάρα του μικρού στο ΟΑΚΑ όμως θα μείνει στην ιστορία. Ο Τακόνι θα εκμυστηρευτεί στη φισούνα στο ημίχρονο ότι ήταν αδύνατο να το πιάσει. Το γκόλ, στο 5’. Το τελικό σκορ, 1-0.


6 Μαρτίου 1991. Στη φάση των "16" του νεοσύστατου τσου-λου (στους 8 σχηματίζονταν δύο όμιλοι των τεσσάρων), ο Παναθηναϊκός αντιμετωπίζει ξανά τη Γκέτεμποργκ στο ΟΑΚΑ. Τίγκα πάλι. Είμαι στη 15. Και η είναι η πρώτη μου χρονιά στη Γκράβα. Δηλαδή ο διαλεκτικός υλισμός κυλάει στις φλέβες μου. Ο Μικρός πετυχαίνει ασύλληπτη φαουλάρα από αρκετά πλάγια στην απέναντι γωνία (ο Ραβέλι είπε ότι δεν κατάλαβε ποτέ πώς του πέρασε την μπάλα απ’το τείχος και την έστειλε στο πλεκτό), στη συνέχεια κάνει ατομική προσπάθεια από δεξιά και βγάζει μόνο του το Μαραγκό που κάνει το 2-0 και λίγο μετά καταφέρνει εκπληκτικό ένα-δύο με τακουνάκι στον Γεωργακόπουλο τον οποίο σπρώχνει καθαρά ο ξυλοκόπος αμυντικός αλλά το πέναλτι δε δίνεται ποτέ. Παιχτούρα ο Γεωργακόπουλος. Τα όργια όμως δε σταματούν εδώ. Δύο βδομάδες μετά βρισκόμαστε να χάνουμε 2-0 στο Ούλεβι στο ημίχρονο. Κι έρχεται το 60’ όπου ο Μικρός με κάνει και κλαίω πρώτη φορά μετά από γκολ, αδυνατώντας να πιστέψω αυτό που κατάφερε πάλι. Ο άνθρωπος με το κίτρινο περιβραχιόνιο, η αφίσα του οποίου έμελλε να κρεμαστεί απ’το μπαμπού φωτιστικό μου με παραμάνα, κατεβάζει μέσα στην περιοχή τη μπάλα έπειτα από σέντρα του Μαραγκού και χορεύει τέσσερις αμυντικούς στην κυριολεξία πριν στείλει με το μυτάκι τη μπάλα να καρφωθεί πίσω απ’το δεξί κάθετο δοκάρι του καημένου Ραβέλι. 1-2. Το περιβραχιόνιο είναι ακόμη εκεί, τα χέρια σηκώνονται πάλι ψηλά, αυτή τη φορά τα μανίκια είναι μακρυά και τα γάντια γκρι. Λίγο μετά, κερδίζει και εκτελεί πέναλτι για το 2-2. Τρία γκολ και μία ασίστ ο Μικρός, και γινόμαστε η πρώτη ελληνική ομάδα που θα συμμετάσχει στο νεοσυσταθέν Τσάμπιονς Λιγκ.  

Και οι δύο αγώνες εδώ:
https://www.youtube.com/watch?v=aNtzY9ZEnM8 

Δε θα μπω σε άλλες λεπτομέρειες της συμβολής του, ούτε στις μεγάλες νίκες επί του Ολυμπιακού με 1-4, στις 11 Νοεμβρίου του 1987 (με τον Καζιμιέρσκι και τα πήλινα χέρια), και 3-0 στις 26 Ιανουαρίου του 1992 με το παλικαρίσιο του γκολ με κεφαλιά, που ο Ταληκριάδης δεν τον πρόλαβε έξω απ’την περιοχή κι έπεσε πάνω του με ατσαλοσύνη Μπαντ Σπένσερ. Ούτε για τα τέσσερα γκολ κατά του ΠΑΟΚ στις 25 Μαΐου της ίδιας χρονιάς.

Το σημαντικό για μένα είναι οι ημερομηνίες. Στις δύσκολες στιγμές της προεφηβικής και εφηβικής περιόδου, όταν η σύγκρουση της Γκράβας με τα εκπαιδευτήρια "Ο Πλάτων" μου κατάφερε ανεπανόρθωτες ψυχολογικές ρωγμές, ο άνθρωπος με το κίτρινο περιβραχιόνιο με πήρε απ’το χέρι και μου’δωσε κουράγιο γι’αυτά που τόσο επώδυνα βίωνα: τη διαρκή απόρριψη των κοριτσιών, τις ασυγκράτητες ενορμήσεις μου, τη διαφάνεια που ένιωθα όταν βρισκόμουν στην καρδιά μιας παρέας. Ο τσακισμένος ναρκισσισμός μου και ο νικημένος εγωισμός μου, έβρισκαν ένα μέρος για να επουλώσουν τις πληγές τους: στη φαντασιακή ασφάλεια ενός οικοδομήματος που πέτρα-πέτρα έχτισαν τα ανεπανάληπτα σλάλομ του Μικρού, τα τρομοκρατημένα πρόσωπα των γάβρων όταν τον έβλεπαν να παίρνει τη μπάλα και η απίστευτη σιγουριά νικητή που τον καθόριζε. Για όλα είχα μια απάντηση όταν η ασημαντότητά μου γινόταν ανυπόφορη. Για όλα είχα κι εγώ κάτι να πω. Χωρίς αυτόν, τα τεράστια κύματα της εφηβείας, θα με τσάκιζαν στα βράχια μιας ζωής που δε σου χαρίζεται. Μαζί του, κατάφερα να τα αποφύγω. Στο τσακ. Ξέρετε γιατί; Γιατί μπορούσα πάντα να απαντώ στον κάθε πιο έξυπνο από μένα –δηλαδή σε όλους: "Μητσάρα-Μητσάρα-Σκίστους-την-(γ)κωλάρα!"

Σας είπα. Είμαι ένας ευλογημένος άντρας.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου