Παρασκευή, 18 Απριλίου 2014

Ψυχογράφημα 2

Αυτοί που μ'εκαναν να είμαι αυτό που είμαι. 
Σπουδή 
σε τρεις 
παλμούς

 

Κεφάλαιο Δεύτερο

 

"I found her man..."

Δεν είμαι ένας ιδιαίτερα μορφωμένος άνθρωπος. Όσοι διαβάσατε το πρώτο κεφάλαιο θα καταλάβατε γιατί. Η αλήθεια είναι ότι οι άνθρωποι της γενιάς μου και της κοινωνικής μου τάξης δυσκολεύτηκαν πάρα πολύ στο να κατανοήσουν τη σημαντικότητα της πνευματικής εξέλιξης. Πόσω μάλλον να την κατακτήσουν. Σκεφτείτε: γεννήθηκα το 1975, που σημαίνει ότι τα σχολικά μου χρόνια απλώνονται από το 1981 έως το 1993. Δηλαδή στα χρυσά χρόνια του ΠΑΣΟΚ. Δηλαδή σε μια περίοδο άτσαλου ξορκισμού του παρελθόντος, τσαπατσούλικου εκσυγχρονισμού και αδηφάγου καταναλωτισμού. Δηλαδή σε μια περίοδο ηθικού αποπροσανατολισμού. 
Καθ'όλη τη διάρκεια αυτής της περιόδου ο μικρομεσαίος Έλληνας λύσσαξε για μια θέση στο δημόσιο, απαιτώντας μια καλύτερη ζωή που σίγουρα τη δικαιούνταν αλλά αδιαμφισβήτητα δεν ήξερε πώς να τη ζήσει. Οι μικρομεσαίοι ανέβαιναν επίπεδο στο χάρτη της κοινωνικής ιεραρχίας, χρησιμοποιώντας απαίδευτα την κυλιόμενη σκάλα που τους προσέφερε ο Αντρέας, χωρίς να χρειάζεται να αγκομαχούν για την ανέλιξή τους. Ωστόσο, όταν από το σημείο που ανεβαίνω ένα σκαλί, ισσοδυναμούσε με την προσπάθεια μιας σχεδόν ολόκληρης ζωής, περάσαμε απότομα στην υπερσύγχρονη κυλιόμενη σκάλα του ΠΑΣΟΚ πάνω στην οποία οι μικρομεσαίοι δεν είχαν ούτε καν την υπομονή να μείνουν ακίνητοι "χωνεύοντας" την άνοδο, αλλά έτρεχαν κιόλας μπουκώνοντας την έξοδο, γίνεται έυκολα αντιληπτό ότι τα παιδιά αυτών των ανθρώπων δύσκολα θα έβρισκαν γοητεία -ακόμη και συμβολική- στο διάβασμα ενός καλού βιβλίου ή στην ανακάλυψη μιας σπουδαίας ταινίας. Μεγάλωσα λοιπόν μέσα σε ένα κλίμα βιασύνης, όπως πολλοί συνομήλικοί μου. Όπως πολλοί απολιτίκ μικρομεσαίοι που ψήφιζαν φανατικά ΠΑΣΟΚ και υπήρξαν γονείς πολλών από εμάς. 
Ωστόσο, η μητέρα μου, παρότι ήταν κι αυτή λίγο-πολύ παρασυρμένη απ'αυτό το μάταιο κυνηγητό, είχε μία ξεχωριστή αίσθηση δημοκρατίας που σίγουρα κληρονόμησε από τη μοναδική εμπειρία του να ζήσεις στις αρχές της δεκαετίας του '70 στη Νέα Υόρκη, καθώς και από μια έμφυτα ανόητη αθωότητα που την καθορίζει: δε μου επέβαλλε ποτέ το υποχρεωτικό διάβασμα, δε με επέπληξε ποτέ για τους άθλιους βαθμούς μου, δεν μου μετάγγισε ποτέ το μολυσματικό ιδανικό της δημοσιοϋπαλληλικής μελλοντικής εξασφάλισης. Έχω επισκευτεί αδιάφορα άπειρες εκθέσεις ζωγραφικής μαζί της, έχω γνωρίσει απορρημένα συγγραφείς, ζωγράφους, δημοσιογράφους, ήδη από την ηλικία των έξι. Έχω χορέψει μπλουζ του Ντέιβιντ Μπάουϊ μαζί της σε αφτεράδικο υπόγειο κάτω απ'το Τακούνι Εξπρές στο Κολωνάκι στη Σκουφά, τέσσερις το πρωί, αφού πριν είχα καταπιεί καρμπονάρα σα γλάρος. Δεν ξέρετε τι είναι να ανακαλύπτεις την καρμπονάρα ξημερώματα του 1985. Ή την κέτσαπ στις τηγανιτές πατάτες το 1982, στο "Αμερικάνικο" στη Στοά Συντάγματος. Όλα αυτά την ενδιέφεραν περισσότερο απ'ό,τι οι βαθμοί μου ή οι ετικέττες που έπρεπε να της επιτρέψω να χρησιμοποιεί για μένα όταν θα έπινε καφέ με τις φίλες της. Ήμασταν φίλοι. Δεν είμαστε πια.
Επίσης, μέσα σ'αυτή την εποχή της ασύλληπτης ταχύτητας των μεγάλων, το να ζεις αρκετές ώρες της ημέρας μόνος σου ήταν καθαρτικό. Το άδειο σπίτι και ο άπειρος ελεύθερος χρόνος για παιχνίδι, το ότι ετοίμαζα να φάω πολύ συχνά μόνος μου ή το ότι ψώνιζα τα απαραίτητα για το σπίτι επίσης μόνος, από αρκετά μικρή ηλικία, με ανάγκαζαν να παγώσω το εξωτερικό χάος μέσα από το παιδικό μου βλέμμα που πάντα γνωρίζει ποιός είναι ο σωστός παλμός ζωής, πριν το αποπροσανατολίσει ολοκληρωτικά το πέρασμα στην εφηβεία, κι από κει στην "έξω" ζωή. Ωστόσο, η επαφή με φίλους, συγγενείς ή ακόμη και με την ίδια τη μητέρα μου, μου έλειπε υπερβολικά. Πάντα ήθελα "πιο πολύ". Πάντα ήθελα "να μην τελειώσει". Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία...
Κάπως έτσι λοιπόν, μεγάλωσα χωρίς να θαυμάσω κανέναν ποιητή, παρότι έγραφα ποιήματα από μικρός, καμία ταινία, παρότι είδαμε μεγάλες ταινίες μαζί με τη Γωγώ στο Αττικόν, κανέναν συγγραφέα, παρότι κάθε βράδι επινοούσα ιστορίες μ'εμένα βασικό ήρωα. Κάπως έτσι απέτυχα στις πανελλήνιες κι αποφάσισα να γίνω καμεραμάν. Κι έγινα. Ήμουν, η ενσάρκωση της συμπαθητικής μετριότητας. Γιατί άφηνα τη ζωή να με πάει όπου ήθελε χωρίς να ενοχλώ κανέναν.

Αποφάσεις
Το καμεραμανιλίκι ωστόσο μου αποκάλυψε μια έμφυτη λατρεία για το κινηματογραφικό πλάνο, απελευθερώνοντάς μου μια απωθημένη περιέργεια που δεν ξέρω καθόλου από που στο διάολο κρατάει. Δειλά-δειλά άρχισα να αναρωτιέμαι γιατί τράβελινγκ σ'αυτή τη σκηνή; γιατί η κάμερα στον ώμο εδώ; γιατί τόσο συμπαγές και "βαρύ" το κάδρο εκεί; Η φιλμική ανάλυση έγινε για πρώτη φορά στη ζωή μου κάτι που θαύμαζα περισσότερο από τον άνθρωπο με το κίτρινο περιβραχιόνιο (βλ. Κεφ.  1).
Δέκα χρόνια μετά το πρώτο μου μεροκάματο ως μαθητευόμενος καμεραμάν, καταφέρνω για πρώτη φορά κάτι που θα μου αλλάξει τη ζωή. Γιατί, βασικά, την παίρνω στα χέρια μου. Τα παρατάω όλα λοιπόν και ξεκινάω τις σπουδές μου απ'ευθείας από το 3ο έτος κινηματογραφικών σπουδών του Πανεπιστημίου Aix-Marseille. Στα 28 ανακαλύπτω το Πανεπιστήμιο. Το γαλλικό Πανεπιστήμιο. Τη γαλλική θεωρία φιλμικής ανάλυσης. Καλύτερα δε γίνεται. 
Μ'αυτά και μ'εκείνα, οι μήνες περνούν περίφημα και η χρονιά πλησιάζει στο τέλος της. Όλες οι κινηματογραφικές μου αισθήσεις είναι σε τέτοιο σημείο αφυπνισμένες εκείνη την περίοδο που μια παράξενη ένταση με κατοικεί. Είναι 6 Απριλίου του 2004, Τρίτη, και πρόκειται να δούμε την ταινία "Exotica", ενός κάποιου Ατόμ Εγκογιάν. Κάθε Τρίτη, είχαμε το μάθημα "Cours Public", που λάμβανε χώρα σε κινηματογράφο του Aix-en-Provence και μάλιστα ήταν και ελεύθερο για το κοινό. Οι ταινίες που επιλέγονταν είχαν ως κοινή θεματική εκείνη τη χρονιά την "Επανάληψη στον κινηματογράφο" και μετά από κάθε προβολή, εναλλάξ, δύο καθηγήτριες μας ανέλυαν την ταινία που μόλις είχαμε δει, μέσα από αυτή την προβληματική. 
Είχα δύο πολύ καλούς φίλους συμφοιτητές τότε. Έναν Γάλλο κι έναν Κολομβιανό. Κάτι σαν ανέκδοτο φάση. Ο Γάλλος είναι ακόμη φίλος και μάλιστα πολύ καλός. Ο Κολομβιανός έγινε αυτό που πάντα ήθελε: πλούτισε για να ξεχασει. Και, λίγο πολύ, ξέχασε κι εμένα και τον Γάλλο φίλο μας. Όπως κι άλλους φαντάζομαι. Ωστόσο ο Ντιέγκο, ο Κολομβιανός, υπήρξε ένας πανέξυπνος και πολύ καλλιεργημένος πιτσιρικάς: θαυμαστό μυαλό. Κι είχε ήδη δει σχεδόν όλες τις ταινίες που προβλήθηκαν εκείνη τη χρονιά στα "Cours Public". Επίσης ο Ντιέγκο μου είχε μάθει πώς να βρίζω άσχημα στα ισπανικά. Τις θυμάμαι -φυσικά- όλες τις βρισιές αυτές.

Ταινία-ρωγμή
Εγώ, ανίδεος λοιπόν, σκάω μύτη στον κινηματογράφο λίγο πριν ξεκινήσει η προβολή της ταινίας αυτού του Εγκογιάν και κάθομαι στην κλασσική μου θέση δίπλα στους φίλους μου. Τον Κολομβιανό και τον Γάλλο. Ο Ντιέγκο, δευτερόλεπτα πριν ξεκινήσει η ταινία, γνωρίζοντας μετά από τόσους μήνες τα γούστα μου, γυρνάει και μου κάνει: "Tu vas voir..." (Θα δεις...) 
Το "Exotica" μου άλλαξε τη ζωή. Θυμάμαι ακόμη, σχεδόν "απ'έξω", φράσεις και παρατηρήσεις για την ταινία από την αξιολάτρευτη καθηγήτρια Φρανσουάζ Μονιέ που ανέλαβε την ανάλυσή της αμέσως μετά. Θυμάμαι τα γυαλιά της. Θυμάμαι ότι το χέρι μου σχεδόν έτρεμε από την ανατριχίλα τη στιγμή που έπαιρνα τις σημειώσεις, ενώ η ταινία μου έβραζε ακόμη το αίμα. Δε θυμάμαι ποτέ πώς γύρισα σπίτι. Ούτε πόσες μέρες έκανα να την ξεπεράσω. Αν την έχω ξεπεράσει.
Έκτοτε ξεκίνησε ένα ταξίδι σχεδόν 8 ετών γύρω από την έρευνα του έργου του Εγκογιάν. Γύρω από το σοκ εκείνης της ημέρας. Γύρω από τον ίδιο μου τον εαυτό. Έγραψα την πτυχιακή του Μάστερ πάνω σ'αυτόν, ένα άρθρο στο γαλλικό Positif, μίλησα σε συνέδρια για ταινίες του, τον έκανα μάθημα όπου κι αν δίδαξα, κι έγραψα και τη διδακτορική μου διατριβή. Πάνω σ'αυτόν. Πάνω σε μένα. Ανάθεμά με κι αν τον έχω ανακαλύψει ακόμη πραγματικά. Νομίζω ότι το σοκ της ημέρας εκείνης μου έμαθε πολλά περισσότερα απ'ό,τι όλα αυτά τα χρόνια γύρω απ'τα βιβλία και το στίψιμο του μυαλού απεναντι από κάθε σχεδόν σημαντική σκηνή που γύρισε. Γιατί, στην πραγματικότητα, ο Εγκογιάν κάνει ταινίες για θεατές που βρίσκονται σε ακριβώς αυτή την κατάσταση: κριτικά αφυπνισμένους αλλά όχι τόσο όσο θα τους ανάγκαζε να χάσουν το αθώο βλέμμα τους.      
Όσα λίγα γνωρίζω για το σινεμά τα έμαθα όλα από αυτόν. Αυτός με οδήγησε στον Ρεναί και τον Γκοντάρ, στον Μπρεσόν και τον Αντονιόνι. Αυτός μου είπε ότι η εικόνα είναι δόλωμα και, πρόσεχέ τη! Ξανακοίτα τη! Αυτός μου έδειξε ότι ο θεατής και οι μηχανισμοί που αφορούν τον τρόπο κινηματογραφικής του πρόσληψης, τον ενδιαφέρουν ίσως και περισσότερο από τη συγγραφή του σεναρίου ή την επιλογή της αφηγηματικής δομής. Κι αν ο Χίτσκοκ αρέσκονταν στο να "χειραγωγεί" το θεατή προβλέποντας από πριν τις αντιδράσεις του, ο Εγκογιάν τον καλεί να ανακαλύψει την ιστορία μέσα από τις προκαταλήψεις του και, κυρίως, μέσα από τις ενοχές του. Εκεί που ο Χίτσκοκ σκάει στα γέλια, ο Εγκογιάν μένει σαστισμένος εμπρός στον άνθρωπο των "μοντέρνων καιρών". Το σινεμά του, που μέχρι και τα τελευταία μέτρια "Where the Truth Lies" ή "Chloé" είναι αφιερωμένο σε χαρακτήρες που ηττώνται χωρίς δραματικούς παροξυσμούς, σκάβει μέσα στα σπλάχνα του θεατή μέχρι να βρει λόγους και αιτίες για τους οποίους και τις οποίες, ακόμη κι ο ίδιος δε φαίνεται να έχει σαφή απάντηση: γιατί ο Peter/Bedros του Next of Kin επιστρέφει σε μια οικογένεια που μισεί; γιατί ο Βαν δεν είναι ευτυχισμένος και κοιτά ανήσυχα την κάμερα παρακολούθησης αντί να απολαύσει τη στιγμή που ξαναβρίσκει την οικογένειά του στο τέλος του Family Viewing; Γιατί ο Νόα του The Adjuster δε λυτρώνεται όταν η ψεύτική ζωή του σβήνει μέσα στις φλόγες; Γιατί η Νικόλ του The Sweet Hereafter δεν νιώθει καμία ικανοποίηση από την αξέχαστη εκδίκηση που καταφέρνει να πάρει στο τέλος από τον πατέρα της; Γιατί ο Ράφι στο Ararat ψάχνει την αλήθεια στα συντρίμια μιας αμνησιακής ακρωτηριασμένης Αρμενίας; Γιατί ο Φράνσις του Exotica μαθαίνει τη λυτρωτική αλήθεια για το θάνατο της κόρης του από αυτόν που σαδιστικά τον κατέστρεφε καθ'όλη τη διάρκεια της ταινίας; 
Βέβαια, ολ'αυτά τα "γιατί", και πολλά ακόμη, δεν έχουν καμία απολύτως σχέση με τα κλασσικά "ανοιχτά τέλη" που μας δίδαξαν οι μεγάλοι μοντέρνοι. Όλες οι ιστορίες του Εγκογιάν λύνονται στο τέλος χωρίς να αφήνουν το θεατή να διστάζει απέναντι σε αμφίβολες σχέσεις μεταξύ των χαρακτήρων, απέναντι σε σεναριακά αινίγματα ή ρητορικά ερωτήματα. Όλα είναι εκεί, λυμένα, λάμποντας από διαφάνεια. 
Ωστόσο η εικόνα του, δηλαδή το εργαλείο της ρεαλιστικής αναπαράστασης των ιστοριών του, παρουσιάζεται τόσο συγκλονιστικά αποσταθεροποιημένη και τόσο αμείλικτα ξεχαρβαλωμένη, που ο θεατής παύει να τη βλέπει ως τέτοια. Άλλοτε καθρέφτης (Exotica, The Adjuster), άλλοτε ψέμα (Speaking Parts,  Where the truth lies, Chloé) κι άλλοτε φορέας κλονισμένης μνήμης (Calendar, Ararat, Felicia's Journey, The Sweet Hereafter), η εικόνα στον Εγκογιάν φτάνει στα όρια της απώλειας μιας σαφούς ταυτότητας, ακροβατώντας μεταξύ αποσάρθρωσης και επιβίωσης. Η ασύλληπτης δυναμικής ικανότητά του στο να δομεί τις ιστορίες του έχοντας πάντα ως κύριο σκοπό τη δημιουργία ενός κινηματογραφικού κόσμου "σε κρίση", περνά πάντα από αυτή τη συστηματική επίθεση στην κινηματογραφική εικόνα ως ρεαλιστικό εγγυητή. Όπως εδώ, στο αξέχαστο ζενερίκ του Family Viewing που συμπυκνώνει έξοχα τους προβληματισμούς του αναφορικά με το τρίγωνο "ιστορία-εικόνα-θεατής": https://www.youtube.com/watch?v=vy1u1nT8iq4
 Υπό αυτή την έννοια, ο Εγκογιάν φλερτάρει με το πειραματικό σινεμά κάνοντας την ίδια στιγμή έναν αμιγώς ''αφηγηματικό κινηματογράφο". 


Ανάμνηση
"Το χέρι που κρύβει είναι το χέρι που απαγορεύει. Η επαφή στο club Exotica απαγορεύεται και τιμωρείται. Όλα όμως, είναι απολήξεις μίας και μόναδικής απαγόρευσης, η οποία αναγκάζει τον Φράνσις να ζει σε έναν κόσμο που δεν του επιτρέπει να έρθει σε "επαφή" με τον χαμό της κόρης του. Όλα λύνονται, ξαφνικά, μαγικά, όταν ο Έρικ αποφασίζει να του πει την αλήθεια. Και o Φράνσις να τον "αγγίξει" αγκαλιάζοντάς τον. Η επανάληψη που του προσέφερε ένα ψέυτικο οικοδόμημα ασφάλειας καθ'όλη τη διάρκεια της ταινίας καταρρέει με μιας σαν χάρτινος πύργος και ο Φράνσις μπορεί επιτέλους να "θυμηθεί". Κι όλα μπαίνουν στη θέση τους. Άραγε όμως, μπαίνουν;"
Έτσι, ή κάπως έτσι, μας περιέγραψε την τελευταία σκηνή η αξιολάτρευτη Φρανσουάζ Μονιέ. Όταν την είδα φέτος, μετά από δέκα χρόνια, συνταξιούχος καθηγήτρια πια, και της είπα ότι χάρη σ'αυτήν και την ανάλυσή της ξεκίνησα κι έφτασα ως εδώ, συγκινήθηκε από χαρά. Δεν με ήξερε. Δε γνωριζόμασταν. Φεύγοντας, ήρθε και με χαιρέτησε. Και ξανασυγκινήθηκε. Βλέποντάς τη να απομακρύνεται σκέφτηκα ότι ίσως μόλις της έκανα ένα από τα ομορφότερα δώρα. Γιατί άραγε διδάσκεις αν όχι για κάτι τέτοιες απρόσμενες στιγμές; 

(Και, βασικά, άει στο διάολο, γιατί άραγε μιλάω σαν τον ροφό τον ποταμίσιο Θεοδωράκη ξαφνικά;)

Η σκηνή αυτή με άλλαξε. Βασικά μου γάμησε τα πρέκια. Δεν ξέρω πόσες εκατοντάδες φορές την έχω δει από τότε. Δεν ξέρω πόσες φορές, αυθόρμητα και χωρίς λόγο, έχω πει μέσα μου: "I found her man..." Και δεν ξέρω αν έστω μία φορά, βλέποντάς τη, δεν μ'έπιασε ταχυπαλμία.




Εννοείται ότι δεν πρόκειται για την καλύτερη σκηνή στην ιστορία του κινηματογράφου. Και μπορεί να μην είναι ούτε καν η καλύτερη σκηνή που γύρισε ποτέ ο Εγκογιάν. Όμως, διάολε, σκέφτομαι καμιά φορά, αν αυτή η σκηνή έχει λόγους ύπαρξης, σίγουρα ένας από αυτούς ήταν να ξεκινήσω ν'ασχολούμαι μ'αυτόν τον Καναδό δαίμονα με τις αρμένικες ρίζες. 
Κι αν πλέον κατάφερα να διδάσκω σε Πανεπιστήμιο, σίγουρα το χρωστάω σ'αυτή τη σκηνή.

(Άκου "βλέποντάς την να απομακρύνεται σκέφτηκα...")


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου