Κυριακή, 4 Μαΐου 2014

Ψυχογράφημα 3

Αυτοί που μ'εκαναν να είμαι αυτό που είμαι. 
Σπουδή 
σε τρεις 
παλμούς

 

Κεφάλαιο Τρίτο

 

"Υποφέροντας κοινότοπα: Louis CK"

Ξεκινώ με το πώς ξεκίνησε. Είναι μια εικόνα. Ονείρου ή πραγματικότητας, δεν έχει σημασία. Άλλωστε τώρα θα μιλήσω για το παρόν. Και διανύω μια περίοδο που αυτά τα δύο είναι τόσο εξαρτημένα το ένα από το άλλο, που αδυνατώ να πιστέψω απόλυτα στο ένα δίχως να -σχεδόν- επιβάλλω στο άλλο να εισχωρήσει μέσα του και να το αναμορφώσει. Μπορεί να το έκανα πάντα. Απλά τώρα ίσως ήρθε η ώρα να το καταλάβω.
Τρέχω λοιπόν λαχανιασμένα στην άκρη ενός δρόμου που ελαφρώς ανηφορίζει. Πού και πού κανά αμάξι περνά δίπλα μου. Ο ουρανός είναι πεντακάθαρος. Δεξιά κι αριστερά απλώνονται χωράφια με σταφύλια που τώρα ξεκινούν να πετάνε τα πρώτα τους φύλλα, απολαμβάνοντας τη θαλπωρή του τόσο καθαρού ήλιου της Νότιας Γαλλίας. Ο ιδρώτας αρχίζει να ξεφυτρώνει με μανία απ'το κεφάλι μου, δροσίζοντας αρχικά τα μαλιά μου, πριν κατακτήσει άναρχα το πρόσωπό μου. Δεκάδες σταγόνες κυλάνε από το μέτωπο κατεβαίνοντας προς τα κάτω, ακολουθώντας η κάθεμια τη δική της διαδρομή. Κάποιες καταλήγουν στα χείλη μου. Κάποιες σκάνε κάτω, μπροστά απ'τα πράσινα παπούτσια μου, σκουραίνοντας το δρόμο. Ακούω, ξανά και ξανά, ένα απόσπασμα αυτού εδώ του κομματιού: https://www.youtube.com/watch?v=RemP9c5OvfM . Το απόσπασμα ξεκινάει λίγο πριν το 5:49 και απλώνεται για 3-4 λεπτά ακόμη. Ξανά και ξανά. Ξανά και ξανά. Λαχανιασμένος όπως είμαι, αρχίζω να κλαίω. Το στόμα μου στραβώνει και τα δάκρυά μου συναντούν τον ιδρώτα μου. Αυτό το περίεργο μείγμα, προσπάθειας κι απογοήτευσης, ελπίδας και πόνου, είναι ό,τι πιο αληθινό μπορώ να προσφέρω σ'αυτό το τοπίο που τόσο αριστοκρατικά με δέχεται κάθε μέρα εδώ και λίγο καιρό. Στα όνειρά μου. Στην καθημερινότητά μου. Αρχίζω να κλαίω γοερά τώρα. Οι άναρθροι ήχοι που το σκάνε απ'το φάρυγγα και τα ρουθούνια μου αρχίζουν να ξεπερνούν σε ένταση το απόσπασμα του κομματιού που ακούω ξανά και ξανά. Με ακούω να κλαίω δυνατά τρέχοντας και λαχανιάζοντας. Τη στιγμή που πρέπει να αποφασίσω αν θα σταματήσω να τρέχω για να με αφήσω να κλάψω ελεύθερα, ή αν θα σταματήσω να κλαίω για να συνεχίσω την ανηφόρα μου, μια λευκή πεταλούδα έρχεται δίπλα στο πρόσωπό μου και πετάει μαζί μου για λίγα δευτερόλεπτα. Μέχρι να γυρίσω έχει χαθεί. Αποφασίζω να τρέξω. Ν'ανηφορίσω. Και ξυπνάω. Απ'το όνειρο ή την πραγματικότητα, σας είπα, δεν έχει σημασία. 

Πάμε όμως πάλι λίγο πίσω. Ακούω λοιπόν αυτό το απόσπασμα του κομματιού. Ξανά και ξανά. Τρέχω λαχανιασμένος σε έναν δρόμο που ανηφορίζει ελαφρά. Κανά αμάξι περνάει δίπλα μου που και που. Ξαφνικά, με βλέπω σχεδόν κάθε βράδι, αγκαλιά με το λάπτοπ μου, να θαυμάζω στο youtube έναν "άνθρωπο που λέει αστεία". Είναι ο Louis CK. Λαχανιασμένος όπως είμαι, αρχίζω και κλαίω. Πριν έρθει μια λευκή πεταλούδα να πετάξει δίπλα μου για λίγα δευτερόλεπτα. Και κάπως έτσι ξεκίνησε. Λοιπόν.

Χιούμορ 
Από μικρός είχα χιούμορ. Αν αυτό σημαίνει ότι είχα μια σχετική ευκολία στο να κάνω τους άλλους να γελούν. Κι αυτό μου επέτρεψε να απολαύσω εκπληχτικές στιγμές παιδικής ηλικίας. Όλα γίνονται απλά όταν, από την ηλικία που μπορείς να επικοινωνήσεις με τον κόσμο μέσω της γλώσσας, είσαι αποδεκτός σε μια ομάδα παιδιών. Αν καταφέρεις μάλιστα να γίνεις και ο τύπος που η παρέα αναζητά ή χρειάζεται, έχεις αρκετές πιθανότητες να εξασφαλίσεις μια νορμάλ ψυχική υγεία για όλη σου τη ζωή. Αν δεν είσαι βλάκας. Δηλαδή ψώνιο. 
Ο καθένας λοιπόν μπαίνει σ'αυτή τη μάχη με όπλα που θα τα χρησιμοποιήσει με λύσσα για να τα καταφέρει. Κάποια παιδιά είναι όμορφα, άλλα αθληταράδες, άλλα έχουν μεγαλύτερο αδερφό που γαμεί και δέρνει. Βέβαια -παρένθεση- υπάρχουν κι αυτά τα παιδιά που είναι πολύ μπροστά από την εποχή τους: διαβαστερά, μελαγχολικά, ανασφαλή ή διστακτικά. Αυτά τα παιδιά συνήθως δεν περνούν ποτέ καλά. Ούτε στα 8, ούτε στα 15. Γιατί ενδιαφέρονται για πράγματα που δεν έχουν να κάνουν με την "παρέα". Από μικρή ηλικία κατάλαβαν ότι θα είναι για πάντα μόνα τους. Γι'αυτό είναι πολύ μπροστά από την εποχή τους. Όλα όμως τα πράγματα ίσως θέλουν το χρόνο τους. Οι διάνοιες και οι ταλαντούχοι (-χες) δεν το'χουν αυτό το προνόμιο. Δυστυχώς γι'αυτούς (-ες). 
Από την άλλη, οι πρώτοι συνήθως περνούν πολύ καλά. Αλλά επειδή αρκετά συχνά δεν το καταλαβαίνουν και δεν το εκτιμούν, διότι δεν προσπάθησαν καθόλου για να κατακτήσουν ένα χρήσιμο πόστο στην καρδιά μιας παρέας, αυτό τους γλιστρά πολύ γρήγορα μέσα από τα χέρια. Έτσι, όταν τους ξαναβρίσκεις στα 30φεύγα τους, βρίσκονται στο επίπεδο των "μπροστά από την εποχή τους", 20 χρόνια μετά. Μεγάλη καθυστέρηση για να χωνευτεί...
Δεν ανήκα σε καμία από τις δύο κατηγορίες. Δεν ήμουν ούτε όμορφος ούτε αθληταράς, γιατί ήμουν χοντρός. Δεν ήμουν ούτε ταλαντούχος. Δεν είχα ούτε αδέρφια που θα έδερναν όποιον με πείραζε. Είχα όμως χιούμορ. Και πείσμα. Το πρώτο μου εγγυήθηκε την αποδοχή απο οποιαδήποτε παρέα. Και παρέες είχα πολλές παρότι αρκετά ντροπαλός και κλειστός σαν παιδί. Το δεύτερο, το σεβασμό των άλλων: όλοι εντυπωσιάζονται με έναν χοντρό που φτύνει αίμα και δεν τα παρατάει ποτέ. Αυτά τα δύο υπήρξαν τα ανεκτίμητης αξίας διαβατήριά μου. Ή κάπως έτσι.
Κι έτσι ερωτεύτηκα κορίτσια που με παρακάλαγαν να τους κάνω παρέα γιατί τα έκανα να γελούν, αλλά που ούτε καν με είχαν φανταστεί ως υποψήφιο γκόμενό τους. Περηφανευόμουν ότι με καλεί σπίτι της η πιο όμορφη γκόμενα της Γκράβας κι ας ήξερα, κι εγώ και οι άλλοι της παρέας, ότι δεν είχα την παραμικρή ελπίδα να της αγγίξω ούτε καν το χέρι. Περηφανευόμουν για μια κατάκτηση που κατέληγε σε θλίψη.

Στη συνέχεια, αποτέλεσα την επιβεβαίωση, αυτού εδώ:  



"Γαμάει ο CK"
Δε γνωρίζω τίποτα για την ιστορία του stand-up: δε μ'ενδιαφέρει. Έχω θαυμάσει αρκετούς stand-up comedians στα γρήγορα στο youtube κι έχω γελάσει. Κι ως εκεί. Έχω κι έναν φίλο που βγάζει το ψωμί του από αυτό, και που κάποιες φορές μου'χει πει δυο-τρία πράγματα για τεχνικές, punchlines, και κάποια άλλα που δεν τα καταλαβαίνω. Αυτό που καταλαβαίνω καλύτερα όταν πιάνουμε συζήτηση γι'αυτόν, είναι όταν μου επαναλαμβάνει ασταμάτητα αυτό εδώ: "Γαμάει ο CK". Επίσης έχω και μια φίλη που ουσιαστικά μου γνώρισε τον CK κι ασχολείται κι αυτή σοβαρά με το stand-up. Έχω κάνει επίσης κάποιες συζητήσεις μαζί της για διάφορους. Αλλά και πάλι: ως εκεί. Θέλω να πω, απ'όλη αυτή την ιστορία, δεν ανακάλυψα το stand-up, αλλά τον CK. Και δε μ'ενδιαφέρει τίποτε άλλο.

Παρόλα αυτά, τον Louis CK δεν τον αγάπησα επειδή υπήρξε κι αυτός χοντρός. Σιγά τα βούτυρα. Χοντρός ξεχοντρός όλοι στα ίδια σκατά ήμασταν τότε. Δε με νοιάζει καθόλου αν μοιραστήκαμε τις ίδιες εμμονές. Γι'αυτές, βλέπω Εγκογιάν. Και πολύ μου είναι. Αυτό που αγαπώ στον CK είναι το ότι επαναπροσδιόρισε το χιούμορ στο κεφάλι μου. Δηλαδή μου ξεμόνταρε το μυαλό και μου το ξαναμόνταρε. Ξέρετε, η μόνιμη γκρίνια μου από τη στιγμή που ξεκίνησα να ζω στο εξωτερικό είναι ότι ποτέ δε θα μπορέσει κάποιος ξένος να με γνωρίσει πραγματικά γιατί στην ξένη γλώσσα το χιούμορ μου, από προτέρημα γίνεται ελλάτωμα. Κανείς δεν μπορεί να με γνωρίσει πραγματικά αν δεν με ακούσει να λέω "ό,τι σου λέω στη στάση πας και το λες στο λεωφορείο", "ανακάτεψα το σύμπαν" ή "μείνε όπως είσαι μην αλλάξεις ποτέ". Τις σπάνιες φορές που μπορώ να βρεθώ σε μια παρέα ξένων θέλω στο φτερό να πετάξω ατάκα αλλά, 1) χάνω χρόνο για να σκεφτώ πώς μπορώ να την πω όσο καλύτερα γίνεται, και 2) θα την πω -αν την πω- σκατά. Skata δηλαδή. 
Ακόμη, το χιούμορ είναι στο κεφάλι μου ό,τι πιο αγνό και λυτρωτικό μπορώ να ζήσω μέσα στην ημέρα. Γιατί έχει ένα μοναδικό χαρακτηριστικό: είναι αναρχικής φύσεως. Αρνείται λυσσωδώς να μπει στα χωράφια εγωισμού του καθενός από εμάς. Δηλαδή, δεν παίζει ποτέ να "συναγωνιστώ" με κάποιον στο χιούμορ. Δηλαδή είναι το μοναδικό προτέρημα που δε θα μπει ποτέ σε διαδικασία "σύγκρισης", "απόδειξης" ή "ιεράρχησης". Οι άνθρωποι που έχουν χιούμορ λατρεύουν να ζουν με ανθρώπους που έχουν χιούμορ. Και οι άνθρωποι που δεν έχουν αλλά το εκτιμούν, δε θα μπουν ποτέ στη διαδικασία σύγκρισης, φάση "ο τάδε έχει καλύτερο χιούμορ από την τάδε". Όσοι δεν έχετε χιούμορ ή δεν το εκτιμάτε λοιπόν, δεν ξέρετε τι χάνετε. Είναι σπουδαίο να έρχεσαι σε καθημερνή επαφή με αυτή την αλτρουιστική αύρα δημοκρατίας. Βέβαια, το χιούμορ κρύβει και μια πολύ ύπουλη ρίζα: την ειρωνία. Είναι η στιγμή που από απόλυτα αναρχικής φύσεως, το χιούμορ γίνεται απόλυτα φασιστικής φύσεως.
Ο CK ξεχαρβάλωσε αυτή την "αρχή" στο κεφάλι μου: η ειρωνική επίθεση στα πάντα γίνεται αναρχική αποθέωση του παραλογισμού των προβλημάτων του "μοντέρνου δυτικού ανθρώπου". Κι ο CK, πολύ σημαντικό, μιλά πάντα από τη θέση του εμπλεκόμενου κι όχι του παρατηρητή. Ακόμη κι όταν παρατηρεί, συμμετέχει. Η πράξη του, είναι λοιπόν καθαρά πολιτική. Αγνά πολιτική. Όταν μιλά γι'αυτούς που πάντα υπήρξαν και πάντα θα είναι μόνοι, γιατί όλοι εμείς αποφασίσαμε ότι είναι "άσχημοι", χάνει για απειροελάχιστα κλάσματα του δευτερολέπτου την εκπληχτική του αυτοκυριαρχία, βγαίνει απ'τον ρόλο του: γλείφοντας το πάνω χείλος του. Το κάνει στο 2:50 του πιο πάνω βίντεο, ενώ το τόσο θλιβερό κομμάτι του ξεκινά στο 2:38. Στεναχωριέται με μια απλότητα σχεδόν παιδική. Και τον λατρεύω γιατί διαρκώς καταδιώκει αυτό: προκαλεί και τελικά αναμετράται με σθένος απέναντι σε κάτι που τον νικά διαρκώς: την ηλιθιότητα του υπαρξιακού και κοινότοπου άγχους (του). Η παρένθεση στο "του" δε μπαίνει τυχαία, για τον απλούστατο λόγο του ότι τα "άγχη" τα οποία περιγράφει μέσα από προσωπικές του εμπειρίες είναι αποκρουστικά παγκόσμια. 

Κι έτσι η λατρεία για τις κόρες του μπλέκεται ανατριχιαστικά με ένα αρχαϊκό μίσος για τη ζωή που χάνει εξ'αιτίας τους, η αγάπη και εκτίμηση για τη γυναίκα του μολύνεται από μια ακαταμαχητη αηδία η οποία περιγράφει την ερωτική τους ζωή, η θέλησή του να γίνει "καλύτερος" όπως λέει πνίγεται στην απελπισία που του προκαλεί η εμφάνισή του και οι ασυγκράτητες εμμονές του. 

Δείτε εδώ:

1) Κόρες: 



2) Ερωτική ζωή:




3) Εικόνα του: 


  
Τον Louis CK τον αγαπάω γιατί έκανε καλύτερη τη ζωή μου. Γιατί, τόσο απλά, αν δεν υπήρχε αυτός και το ίντερνετ, η ζωή μου θα'ταν πολύ χειρότερη απ'ό,τι είναι αυτή τη στιγμή. Νιώθω ευγνωμοσύνη όχι γιατί θα γελάσω μαζί του, αλλά γιατί έχει τη μοναδική ικανότητα να με κάνει να "γελάω με συγκίνηση". Κι επειδή, το χιούμορ, χάρη σ'αυτόν, βγήκε από το συρτάρι των "χαρακτηριστικών μου", εκεί δηλαδή που το είχα καταχωρήσει στην αρχειοθήκη του μυαλού μου. Βασικά δε βγήκε απλά: γιαγαντώθηκε σαν τον Χουλκ που σπάζει τα πάντα όσο φουσκώνει τους μυς του και το μέγεθός του. Κι όχι συρτάρια δεν έμειναν όρθια, της πουτάνας έγινε. Η πλάκα είναι ότι αρχικά, αυτή την αλλαγή θέλησα να την ονομάσω για να την καταλάβω. Έλεγα: αυτό που  καταφέρνει πάνω μου είναι κάτι αρκετά σύνθετο που θα μπορούσα να το ονομάσω "καθαρτική υποκειμενική προβολή", "λυτρωτικό καθρέφτη", "απενοχοποιητικη διαδικασία" και άλλα πολλά.  Αρχίδια. Μετά από δεκάδες ώρες που αυτός ο άνθρωπος με συνοδεύει μεταξύ αγρύπνιας και ονείρου κατάλαβα ότι είναι κάτι πολύ πιο απλό: ο CK είναι μαζί μου ως μελαγχολικός κι όχι ως κωμικός. Τίποτα απ'όσα λέει δεν είναι μόνο αστεία. Τίποτα απ'όσα περιγράφει δεν είναι μόνο ευχάριστα. Και ποτέ το πρόσωπό του δε γελά με την ψυχή του. 
Ο CK με καθορίζει σε σημείο συγκίνησης γιατί δεν αρκείται στο να μου δώσει τη χιουμοριστική οπτική της σκηνής που περιγράφει, αλλά πασχίζει έτσι ώστε κάθε του αστείο να αποτελεί μια κραυγή απορίας για τον σύγχρονο άνθρωπο ο οποίος τρέχει με ιλιγγιώδη ταχύτητα προς τον αφανισμό του, εντελώς αποπροσανατολισμένος. Αποθεώνοντας τη σκληρή κριτική για τα πάντα, ο CK βάζει τον εαυτό του στη μηχανή του κιμά που ο ίδιος δημιούργησε, θεωρώντας την πράξη του αυτή, όχι θυσία, αλλά κοινοτοπία.

Το χαρακτηριστικό του αριστούργημα πάνω σε αυτό που μόλις προσπάθησα να περιγράψω, είναι τούτο εδώ: 



Το να υποφέρεις κοινότοπα λοιπόν κάνοντας χιούμορ είναι κάτι που μόνον αυτός με έπεισε ότι υπάρχει. Κι αυτό με βοηθά να προχωράω. Γιατί ό,τι κι αν μου γαμάει τη ζωή αυτή τη στιγμή, δεν είναι παρά μια χιουμοριστική κοινοτοπία. Και γιατί ίσως τελικά, το αγνό χιούμορ δεν είναι παρά το σύμπτωμα μιας μη αναστρέψιμης πίκρας.
Η εικόνα ξανάρχεται. Τρέχω ανεβαίνοντας μια ανηφόρα. Λαχανιασμένος όπως έιμαι κοιτάζω κάτω. Σταγόνες σκάνε στην άσφαλτο και τη σκουραίνουν. Είναι απ'την προσπάθεια ή απ'την απογοήτευση; Σας είπα, λίγη σημασία έχει...



Παρασκευή, 18 Απριλίου 2014

Ψυχογράφημα 2

Αυτοί που μ'εκαναν να είμαι αυτό που είμαι. 
Σπουδή 
σε τρεις 
παλμούς

 

Κεφάλαιο Δεύτερο

 

"I found her man..."

Δεν είμαι ένας ιδιαίτερα μορφωμένος άνθρωπος. Όσοι διαβάσατε το πρώτο κεφάλαιο θα καταλάβατε γιατί. Η αλήθεια είναι ότι οι άνθρωποι της γενιάς μου και της κοινωνικής μου τάξης δυσκολεύτηκαν πάρα πολύ στο να κατανοήσουν τη σημαντικότητα της πνευματικής εξέλιξης. Πόσω μάλλον να την κατακτήσουν. Σκεφτείτε: γεννήθηκα το 1975, που σημαίνει ότι τα σχολικά μου χρόνια απλώνονται από το 1981 έως το 1993. Δηλαδή στα χρυσά χρόνια του ΠΑΣΟΚ. Δηλαδή σε μια περίοδο άτσαλου ξορκισμού του παρελθόντος, τσαπατσούλικου εκσυγχρονισμού και αδηφάγου καταναλωτισμού. Δηλαδή σε μια περίοδο ηθικού αποπροσανατολισμού. 
Καθ'όλη τη διάρκεια αυτής της περιόδου ο μικρομεσαίος Έλληνας λύσσαξε για μια θέση στο δημόσιο, απαιτώντας μια καλύτερη ζωή που σίγουρα τη δικαιούνταν αλλά αδιαμφισβήτητα δεν ήξερε πώς να τη ζήσει. Οι μικρομεσαίοι ανέβαιναν επίπεδο στο χάρτη της κοινωνικής ιεραρχίας, χρησιμοποιώντας απαίδευτα την κυλιόμενη σκάλα που τους προσέφερε ο Αντρέας, χωρίς να χρειάζεται να αγκομαχούν για την ανέλιξή τους. Ωστόσο, όταν από το σημείο που ανεβαίνω ένα σκαλί, ισσοδυναμούσε με την προσπάθεια μιας σχεδόν ολόκληρης ζωής, περάσαμε απότομα στην υπερσύγχρονη κυλιόμενη σκάλα του ΠΑΣΟΚ πάνω στην οποία οι μικρομεσαίοι δεν είχαν ούτε καν την υπομονή να μείνουν ακίνητοι "χωνεύοντας" την άνοδο, αλλά έτρεχαν κιόλας μπουκώνοντας την έξοδο, γίνεται έυκολα αντιληπτό ότι τα παιδιά αυτών των ανθρώπων δύσκολα θα έβρισκαν γοητεία -ακόμη και συμβολική- στο διάβασμα ενός καλού βιβλίου ή στην ανακάλυψη μιας σπουδαίας ταινίας. Μεγάλωσα λοιπόν μέσα σε ένα κλίμα βιασύνης, όπως πολλοί συνομήλικοί μου. Όπως πολλοί απολιτίκ μικρομεσαίοι που ψήφιζαν φανατικά ΠΑΣΟΚ και υπήρξαν γονείς πολλών από εμάς. 
Ωστόσο, η μητέρα μου, παρότι ήταν κι αυτή λίγο-πολύ παρασυρμένη απ'αυτό το μάταιο κυνηγητό, είχε μία ξεχωριστή αίσθηση δημοκρατίας που σίγουρα κληρονόμησε από τη μοναδική εμπειρία του να ζήσεις στις αρχές της δεκαετίας του '70 στη Νέα Υόρκη, καθώς και από μια έμφυτα ανόητη αθωότητα που την καθορίζει: δε μου επέβαλλε ποτέ το υποχρεωτικό διάβασμα, δε με επέπληξε ποτέ για τους άθλιους βαθμούς μου, δεν μου μετάγγισε ποτέ το μολυσματικό ιδανικό της δημοσιοϋπαλληλικής μελλοντικής εξασφάλισης. Έχω επισκευτεί αδιάφορα άπειρες εκθέσεις ζωγραφικής μαζί της, έχω γνωρίσει απορρημένα συγγραφείς, ζωγράφους, δημοσιογράφους, ήδη από την ηλικία των έξι. Έχω χορέψει μπλουζ του Ντέιβιντ Μπάουϊ μαζί της σε αφτεράδικο υπόγειο κάτω απ'το Τακούνι Εξπρές στο Κολωνάκι στη Σκουφά, τέσσερις το πρωί, αφού πριν είχα καταπιεί καρμπονάρα σα γλάρος. Δεν ξέρετε τι είναι να ανακαλύπτεις την καρμπονάρα ξημερώματα του 1985. Ή την κέτσαπ στις τηγανιτές πατάτες το 1982, στο "Αμερικάνικο" στη Στοά Συντάγματος. Όλα αυτά την ενδιέφεραν περισσότερο απ'ό,τι οι βαθμοί μου ή οι ετικέττες που έπρεπε να της επιτρέψω να χρησιμοποιεί για μένα όταν θα έπινε καφέ με τις φίλες της. Ήμασταν φίλοι. Δεν είμαστε πια.
Επίσης, μέσα σ'αυτή την εποχή της ασύλληπτης ταχύτητας των μεγάλων, το να ζεις αρκετές ώρες της ημέρας μόνος σου ήταν καθαρτικό. Το άδειο σπίτι και ο άπειρος ελεύθερος χρόνος για παιχνίδι, το ότι ετοίμαζα να φάω πολύ συχνά μόνος μου ή το ότι ψώνιζα τα απαραίτητα για το σπίτι επίσης μόνος, από αρκετά μικρή ηλικία, με ανάγκαζαν να παγώσω το εξωτερικό χάος μέσα από το παιδικό μου βλέμμα που πάντα γνωρίζει ποιός είναι ο σωστός παλμός ζωής, πριν το αποπροσανατολίσει ολοκληρωτικά το πέρασμα στην εφηβεία, κι από κει στην "έξω" ζωή. Ωστόσο, η επαφή με φίλους, συγγενείς ή ακόμη και με την ίδια τη μητέρα μου, μου έλειπε υπερβολικά. Πάντα ήθελα "πιο πολύ". Πάντα ήθελα "να μην τελειώσει". Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία...
Κάπως έτσι λοιπόν, μεγάλωσα χωρίς να θαυμάσω κανέναν ποιητή, παρότι έγραφα ποιήματα από μικρός, καμία ταινία, παρότι είδαμε μεγάλες ταινίες μαζί με τη Γωγώ στο Αττικόν, κανέναν συγγραφέα, παρότι κάθε βράδι επινοούσα ιστορίες μ'εμένα βασικό ήρωα. Κάπως έτσι απέτυχα στις πανελλήνιες κι αποφάσισα να γίνω καμεραμάν. Κι έγινα. Ήμουν, η ενσάρκωση της συμπαθητικής μετριότητας. Γιατί άφηνα τη ζωή να με πάει όπου ήθελε χωρίς να ενοχλώ κανέναν.

Αποφάσεις
Το καμεραμανιλίκι ωστόσο μου αποκάλυψε μια έμφυτη λατρεία για το κινηματογραφικό πλάνο, απελευθερώνοντάς μου μια απωθημένη περιέργεια που δεν ξέρω καθόλου από που στο διάολο κρατάει. Δειλά-δειλά άρχισα να αναρωτιέμαι γιατί τράβελινγκ σ'αυτή τη σκηνή; γιατί η κάμερα στον ώμο εδώ; γιατί τόσο συμπαγές και "βαρύ" το κάδρο εκεί; Η φιλμική ανάλυση έγινε για πρώτη φορά στη ζωή μου κάτι που θαύμαζα περισσότερο από τον άνθρωπο με το κίτρινο περιβραχιόνιο (βλ. Κεφ.  1).
Δέκα χρόνια μετά το πρώτο μου μεροκάματο ως μαθητευόμενος καμεραμάν, καταφέρνω για πρώτη φορά κάτι που θα μου αλλάξει τη ζωή. Γιατί, βασικά, την παίρνω στα χέρια μου. Τα παρατάω όλα λοιπόν και ξεκινάω τις σπουδές μου απ'ευθείας από το 3ο έτος κινηματογραφικών σπουδών του Πανεπιστημίου Aix-Marseille. Στα 28 ανακαλύπτω το Πανεπιστήμιο. Το γαλλικό Πανεπιστήμιο. Τη γαλλική θεωρία φιλμικής ανάλυσης. Καλύτερα δε γίνεται. 
Μ'αυτά και μ'εκείνα, οι μήνες περνούν περίφημα και η χρονιά πλησιάζει στο τέλος της. Όλες οι κινηματογραφικές μου αισθήσεις είναι σε τέτοιο σημείο αφυπνισμένες εκείνη την περίοδο που μια παράξενη ένταση με κατοικεί. Είναι 6 Απριλίου του 2004, Τρίτη, και πρόκειται να δούμε την ταινία "Exotica", ενός κάποιου Ατόμ Εγκογιάν. Κάθε Τρίτη, είχαμε το μάθημα "Cours Public", που λάμβανε χώρα σε κινηματογράφο του Aix-en-Provence και μάλιστα ήταν και ελεύθερο για το κοινό. Οι ταινίες που επιλέγονταν είχαν ως κοινή θεματική εκείνη τη χρονιά την "Επανάληψη στον κινηματογράφο" και μετά από κάθε προβολή, εναλλάξ, δύο καθηγήτριες μας ανέλυαν την ταινία που μόλις είχαμε δει, μέσα από αυτή την προβληματική. 
Είχα δύο πολύ καλούς φίλους συμφοιτητές τότε. Έναν Γάλλο κι έναν Κολομβιανό. Κάτι σαν ανέκδοτο φάση. Ο Γάλλος είναι ακόμη φίλος και μάλιστα πολύ καλός. Ο Κολομβιανός έγινε αυτό που πάντα ήθελε: πλούτισε για να ξεχασει. Και, λίγο πολύ, ξέχασε κι εμένα και τον Γάλλο φίλο μας. Όπως κι άλλους φαντάζομαι. Ωστόσο ο Ντιέγκο, ο Κολομβιανός, υπήρξε ένας πανέξυπνος και πολύ καλλιεργημένος πιτσιρικάς: θαυμαστό μυαλό. Κι είχε ήδη δει σχεδόν όλες τις ταινίες που προβλήθηκαν εκείνη τη χρονιά στα "Cours Public". Επίσης ο Ντιέγκο μου είχε μάθει πώς να βρίζω άσχημα στα ισπανικά. Τις θυμάμαι -φυσικά- όλες τις βρισιές αυτές.

Ταινία-ρωγμή
Εγώ, ανίδεος λοιπόν, σκάω μύτη στον κινηματογράφο λίγο πριν ξεκινήσει η προβολή της ταινίας αυτού του Εγκογιάν και κάθομαι στην κλασσική μου θέση δίπλα στους φίλους μου. Τον Κολομβιανό και τον Γάλλο. Ο Ντιέγκο, δευτερόλεπτα πριν ξεκινήσει η ταινία, γνωρίζοντας μετά από τόσους μήνες τα γούστα μου, γυρνάει και μου κάνει: "Tu vas voir..." (Θα δεις...) 
Το "Exotica" μου άλλαξε τη ζωή. Θυμάμαι ακόμη, σχεδόν "απ'έξω", φράσεις και παρατηρήσεις για την ταινία από την αξιολάτρευτη καθηγήτρια Φρανσουάζ Μονιέ που ανέλαβε την ανάλυσή της αμέσως μετά. Θυμάμαι τα γυαλιά της. Θυμάμαι ότι το χέρι μου σχεδόν έτρεμε από την ανατριχίλα τη στιγμή που έπαιρνα τις σημειώσεις, ενώ η ταινία μου έβραζε ακόμη το αίμα. Δε θυμάμαι ποτέ πώς γύρισα σπίτι. Ούτε πόσες μέρες έκανα να την ξεπεράσω. Αν την έχω ξεπεράσει.
Έκτοτε ξεκίνησε ένα ταξίδι σχεδόν 8 ετών γύρω από την έρευνα του έργου του Εγκογιάν. Γύρω από το σοκ εκείνης της ημέρας. Γύρω από τον ίδιο μου τον εαυτό. Έγραψα την πτυχιακή του Μάστερ πάνω σ'αυτόν, ένα άρθρο στο γαλλικό Positif, μίλησα σε συνέδρια για ταινίες του, τον έκανα μάθημα όπου κι αν δίδαξα, κι έγραψα και τη διδακτορική μου διατριβή. Πάνω σ'αυτόν. Πάνω σε μένα. Ανάθεμά με κι αν τον έχω ανακαλύψει ακόμη πραγματικά. Νομίζω ότι το σοκ της ημέρας εκείνης μου έμαθε πολλά περισσότερα απ'ό,τι όλα αυτά τα χρόνια γύρω απ'τα βιβλία και το στίψιμο του μυαλού απεναντι από κάθε σχεδόν σημαντική σκηνή που γύρισε. Γιατί, στην πραγματικότητα, ο Εγκογιάν κάνει ταινίες για θεατές που βρίσκονται σε ακριβώς αυτή την κατάσταση: κριτικά αφυπνισμένους αλλά όχι τόσο όσο θα τους ανάγκαζε να χάσουν το αθώο βλέμμα τους.      
Όσα λίγα γνωρίζω για το σινεμά τα έμαθα όλα από αυτόν. Αυτός με οδήγησε στον Ρεναί και τον Γκοντάρ, στον Μπρεσόν και τον Αντονιόνι. Αυτός μου είπε ότι η εικόνα είναι δόλωμα και, πρόσεχέ τη! Ξανακοίτα τη! Αυτός μου έδειξε ότι ο θεατής και οι μηχανισμοί που αφορούν τον τρόπο κινηματογραφικής του πρόσληψης, τον ενδιαφέρουν ίσως και περισσότερο από τη συγγραφή του σεναρίου ή την επιλογή της αφηγηματικής δομής. Κι αν ο Χίτσκοκ αρέσκονταν στο να "χειραγωγεί" το θεατή προβλέποντας από πριν τις αντιδράσεις του, ο Εγκογιάν τον καλεί να ανακαλύψει την ιστορία μέσα από τις προκαταλήψεις του και, κυρίως, μέσα από τις ενοχές του. Εκεί που ο Χίτσκοκ σκάει στα γέλια, ο Εγκογιάν μένει σαστισμένος εμπρός στον άνθρωπο των "μοντέρνων καιρών". Το σινεμά του, που μέχρι και τα τελευταία μέτρια "Where the Truth Lies" ή "Chloé" είναι αφιερωμένο σε χαρακτήρες που ηττώνται χωρίς δραματικούς παροξυσμούς, σκάβει μέσα στα σπλάχνα του θεατή μέχρι να βρει λόγους και αιτίες για τους οποίους και τις οποίες, ακόμη κι ο ίδιος δε φαίνεται να έχει σαφή απάντηση: γιατί ο Peter/Bedros του Next of Kin επιστρέφει σε μια οικογένεια που μισεί; γιατί ο Βαν δεν είναι ευτυχισμένος και κοιτά ανήσυχα την κάμερα παρακολούθησης αντί να απολαύσει τη στιγμή που ξαναβρίσκει την οικογένειά του στο τέλος του Family Viewing; Γιατί ο Νόα του The Adjuster δε λυτρώνεται όταν η ψεύτική ζωή του σβήνει μέσα στις φλόγες; Γιατί η Νικόλ του The Sweet Hereafter δεν νιώθει καμία ικανοποίηση από την αξέχαστη εκδίκηση που καταφέρνει να πάρει στο τέλος από τον πατέρα της; Γιατί ο Ράφι στο Ararat ψάχνει την αλήθεια στα συντρίμια μιας αμνησιακής ακρωτηριασμένης Αρμενίας; Γιατί ο Φράνσις του Exotica μαθαίνει τη λυτρωτική αλήθεια για το θάνατο της κόρης του από αυτόν που σαδιστικά τον κατέστρεφε καθ'όλη τη διάρκεια της ταινίας; 
Βέβαια, ολ'αυτά τα "γιατί", και πολλά ακόμη, δεν έχουν καμία απολύτως σχέση με τα κλασσικά "ανοιχτά τέλη" που μας δίδαξαν οι μεγάλοι μοντέρνοι. Όλες οι ιστορίες του Εγκογιάν λύνονται στο τέλος χωρίς να αφήνουν το θεατή να διστάζει απέναντι σε αμφίβολες σχέσεις μεταξύ των χαρακτήρων, απέναντι σε σεναριακά αινίγματα ή ρητορικά ερωτήματα. Όλα είναι εκεί, λυμένα, λάμποντας από διαφάνεια. 
Ωστόσο η εικόνα του, δηλαδή το εργαλείο της ρεαλιστικής αναπαράστασης των ιστοριών του, παρουσιάζεται τόσο συγκλονιστικά αποσταθεροποιημένη και τόσο αμείλικτα ξεχαρβαλωμένη, που ο θεατής παύει να τη βλέπει ως τέτοια. Άλλοτε καθρέφτης (Exotica, The Adjuster), άλλοτε ψέμα (Speaking Parts,  Where the truth lies, Chloé) κι άλλοτε φορέας κλονισμένης μνήμης (Calendar, Ararat, Felicia's Journey, The Sweet Hereafter), η εικόνα στον Εγκογιάν φτάνει στα όρια της απώλειας μιας σαφούς ταυτότητας, ακροβατώντας μεταξύ αποσάρθρωσης και επιβίωσης. Η ασύλληπτης δυναμικής ικανότητά του στο να δομεί τις ιστορίες του έχοντας πάντα ως κύριο σκοπό τη δημιουργία ενός κινηματογραφικού κόσμου "σε κρίση", περνά πάντα από αυτή τη συστηματική επίθεση στην κινηματογραφική εικόνα ως ρεαλιστικό εγγυητή. Όπως εδώ, στο αξέχαστο ζενερίκ του Family Viewing που συμπυκνώνει έξοχα τους προβληματισμούς του αναφορικά με το τρίγωνο "ιστορία-εικόνα-θεατής": https://www.youtube.com/watch?v=vy1u1nT8iq4
 Υπό αυτή την έννοια, ο Εγκογιάν φλερτάρει με το πειραματικό σινεμά κάνοντας την ίδια στιγμή έναν αμιγώς ''αφηγηματικό κινηματογράφο". 


Ανάμνηση
"Το χέρι που κρύβει είναι το χέρι που απαγορεύει. Η επαφή στο club Exotica απαγορεύεται και τιμωρείται. Όλα όμως, είναι απολήξεις μίας και μόναδικής απαγόρευσης, η οποία αναγκάζει τον Φράνσις να ζει σε έναν κόσμο που δεν του επιτρέπει να έρθει σε "επαφή" με τον χαμό της κόρης του. Όλα λύνονται, ξαφνικά, μαγικά, όταν ο Έρικ αποφασίζει να του πει την αλήθεια. Και o Φράνσις να τον "αγγίξει" αγκαλιάζοντάς τον. Η επανάληψη που του προσέφερε ένα ψέυτικο οικοδόμημα ασφάλειας καθ'όλη τη διάρκεια της ταινίας καταρρέει με μιας σαν χάρτινος πύργος και ο Φράνσις μπορεί επιτέλους να "θυμηθεί". Κι όλα μπαίνουν στη θέση τους. Άραγε όμως, μπαίνουν;"
Έτσι, ή κάπως έτσι, μας περιέγραψε την τελευταία σκηνή η αξιολάτρευτη Φρανσουάζ Μονιέ. Όταν την είδα φέτος, μετά από δέκα χρόνια, συνταξιούχος καθηγήτρια πια, και της είπα ότι χάρη σ'αυτήν και την ανάλυσή της ξεκίνησα κι έφτασα ως εδώ, συγκινήθηκε από χαρά. Δεν με ήξερε. Δε γνωριζόμασταν. Φεύγοντας, ήρθε και με χαιρέτησε. Και ξανασυγκινήθηκε. Βλέποντάς τη να απομακρύνεται σκέφτηκα ότι ίσως μόλις της έκανα ένα από τα ομορφότερα δώρα. Γιατί άραγε διδάσκεις αν όχι για κάτι τέτοιες απρόσμενες στιγμές; 

(Και, βασικά, άει στο διάολο, γιατί άραγε μιλάω σαν τον ροφό τον ποταμίσιο Θεοδωράκη ξαφνικά;)

Η σκηνή αυτή με άλλαξε. Βασικά μου γάμησε τα πρέκια. Δεν ξέρω πόσες εκατοντάδες φορές την έχω δει από τότε. Δεν ξέρω πόσες φορές, αυθόρμητα και χωρίς λόγο, έχω πει μέσα μου: "I found her man..." Και δεν ξέρω αν έστω μία φορά, βλέποντάς τη, δεν μ'έπιασε ταχυπαλμία.




Εννοείται ότι δεν πρόκειται για την καλύτερη σκηνή στην ιστορία του κινηματογράφου. Και μπορεί να μην είναι ούτε καν η καλύτερη σκηνή που γύρισε ποτέ ο Εγκογιάν. Όμως, διάολε, σκέφτομαι καμιά φορά, αν αυτή η σκηνή έχει λόγους ύπαρξης, σίγουρα ένας από αυτούς ήταν να ξεκινήσω ν'ασχολούμαι μ'αυτόν τον Καναδό δαίμονα με τις αρμένικες ρίζες. 
Κι αν πλέον κατάφερα να διδάσκω σε Πανεπιστήμιο, σίγουρα το χρωστάω σ'αυτή τη σκηνή.

(Άκου "βλέποντάς την να απομακρύνεται σκέφτηκα...")


Σάββατο, 12 Απριλίου 2014

Ψυχογράφημα 1

Αυτοί που μ'εκαναν να είμαι αυτό που είμαι. 
Σπουδή 
σε τρεις 
παλμούς

 

Κεφάλαιο Πρώτο

 

"Ο άνθρωπος με το κίτρινο περιβραχιόνιο"

Είμαι ένας ευλογημένος άντρας. Γεννήθηκα το 1975. Κι από τα πέντε μου, είμαι φανατικός Παναθηναϊκός. Βάλτε τα κάτω: ο άνθρωπος που καθόρισε τον τρόπο με τον οποίο ξεκίνησα να αντιλαμβάνομαι τον κόσμο γύρω μου, ήρθε στον Παναθηναϊκό το 1984. Κι έφυγε ουσιαστικά το 1994. Αυτό το κίτρινο περιβραχιόνιο, που σφίγγει το αριστερό του μπράτσο πάνω από την πράσινη μπλούζα interamerican, υπήρξε για μένα η πιο όμορφη λεπτομέρεια που είδα ποτέ μέχρι να ξεπεράσω τα 25.  


Η ομορφότερη καταγραφή αυτής της λεπτομέρειας αποτυπώθηκε σε φωτογραφία της 9ης Φεβρουαρίου του 1992 και την πρόσφερε απλόχερα σε αφίσα ικανοποιητικών διαστάσεων το περιοδικό "Κατερίνα" λίγες μέρες μετά, που φυσικά αγόρασα σε τρία αντίτυπα. Πρόκειται για τη στιγμή του πανηγυρισμού του δεύτερου γκολ –δύο λεπτά αφότου είχε σκοράρει πάλι ο ίδιος-  εναντίον της ΑΕΚ, με τακουνάκι (αφού ο Φρατζέσκος έκανε χαζό τον Μανωλά και του’βγαλε πάσα πάρε-βάλε). Ο φακός τον συλλαμβάνει να κατευθύνεται προς τον Μπάγεβιτς με τα χέρια τεντωμένα ψηλά και τις γροθιές σφιγμένες.


Παιδική ηλικία

Κάποιοι σάστιζαν από θαυμασμό με τα νούφαρα του Μονέ, τα χρώματα του Καραβάτζιο ή το φως του Ρέμπραντ. Εγώ τους ρωτούσα αν επρόκειτο για δεξί μπακ της Σεντ-Ετιέν, εξάρι της Παλέρμο ή τερματοφύλακα της Αλκμάαρ. Δεν ήξερα. Δεν ήθελα να ξέρω. Εκείνη την εποχή, μόλις είχα αγοράσει επιτέλους την αξιοπρεπή αφίσα του, την είχα κρεμάσει με παραμάνα από τις τρύπες του άθλιου μπαμπού φωτιστικού μου και πρέπει να πέρασαν τουλάχιστον πέντε χρόνια μέχρι να την ξεκρεμάσω. Για μένα, το γλυκό πλασέ στην απέναντι γωνία, με τη μπάλα να γλύφει απ’το φάλτσο το πλαϊνό δίχτυ ταξιδεύοντας μέχρι τη ραφή στο βάθος, υπήρξε η υψηλότερη μορφή τέχνης. Ο ομορφότερος πίνακας ζωγραφικής. Που να’ξερα ποιος ήταν ο Καραβάτζιο;

Επίσης, λύκειο πήγα στη Γκράβα. 21ο Λύκειο Αθηνών. Κι ενώ πριν είχα 9 χρόνια θητείας σε ιδιωτικά σχολεία. Η αρχή έγινε στον ταπεινό "Άγιο Σπυρίδωνα" της Νέας Φιλαδέλφειας όπου χρίστηκα επιτυχώς απόφοιτος δημοτικού. Εκεί, ο ιδιοκτήτης/δάσκαλος/διευθυντής/επιμελητής, Μέγας Κος Γιαννημάρας, όταν κάναμε φασαρία μας σήκωνε να χορέψουμε καλαματιανό για να μας "επαναφέρει". Αυτό συνίστατο στο να χορεύει μαζί του το δίδυμο που μιλούσε, μπροστά σε όλη την τάξη. Αλλά πώς; Αυτός, στη μέση, τραγουδώντας, μας κράταγε από το μικρό δαχτυλάκι το οποίο και πίεζε στα όρια του να μη σπάσει (ήταν μάστορας και μεγάλη φωνή ο Κύριος Γιαννημάρας). Η εικόνα ήταν εκπληκτικής σημειολογικής δύναμης: ένας δάσκαλος να τραγουδάει και να χορεύει κανονικά υψώνοντας το πλασέ δώθε πέρα, σφίγγοντας δόντι από τη σαδιστική ευτυχία που τον πλημμύριζε, και δίπλα του δυό παιδιά που απ'τον πόνο άνοιγαν το στόμα χωρίς να φωνάζουν (απαγορεύονταν), και σήκωναν το γόνατο ψηλά όπως ο Ραλφ Μάτσιο στο Καράτε Κιντ, ως ύστατη σωματική κραυγή αγωνίας. Σκάρτα 10 χρόνια θα'χαν περάσει από την πτώση της Χούντας. Πρέπει να'ταν λαμπρό παληκάρι τότε ο Κυρ-Γιαννημάρας. Με συμπαθούσε πολύ κιόλας. Όπως οι βασανιστές τους βασανιζόμενους. Αγάπη δίχως όρια.

Από κει λοιπόν, πέρασα στον μπουρζο - "Πλάτωνα", όπου οι λέξεις "κοπάνα", "κάπνισμα" και "αντιμιλάω" σε είχαν πείσει ότι δεν τις είχες ακούσει ποτέ. Βασικά, τότε, όταν έβλεπα "Αθλητική Κυριακή", είχα τρελά ενοχικά και υπερβολικό άγχος, και η ψυχολογία μου θα μπορούσε άνετα να συγκριθεί με αυτή των παιδιών του κρυφού σχολιού. Ωστόσο μορφή και τακτικές σαν αυτές του Γιαννημάρα, δεν υπήρχαν. Πάνω που συνήθιζα...


Σκάω ψάρουκλας λοιπόν στο 21. Μετά το παρελθόν των ιδιωτικών, ένα βλέμμα αρκεί: έχω κατανοήσει τον "μαρξιστικό διαλεκτικό υλισμό" πριν καν τον διδαχθώ. Βασικά δεν τον έχω απλά κατανοήσει. Κυλάει ήδη στις φλέβες μου. Η γκρι τσιμεντένια εκτρωματική κατασκευή που δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από μια φυλακή, θα υποδεχθεί τις πιο ελεύθερες κι ανέμελες σχολικές στιγμές που έζησα ποτέ. Η ανυπαρξία καθηγητών που "παρόλα αυτά" θα μπορούσαν να εμπνεύσουν, επέτρεψε το σχηματισμό προσωπικών μου αποφάσεων οι οποίες ήταν πάντα απαγκιστρωμένες από οποιονδήποτε συμβατικό χρωματισμό: η απαξίωση της εκπαίδευσης σε ανάγκαζε τουλάχιστον να διαλέξεις μόνος σου μεταξύ της μόνιμης άρνησης για τα πάντα και της ελευθερίας του να γουστάρεις ό,τι θες. Άλλωστε, το να έχεις σχέση απόλυτου σεβασμού με τον καθηγητή που σου προτείνει να βγεις έξω "χωρίς απουσία" για να μην του κάνεις μπουρδέλο το μάθημα, είναι μια μοναδική ευκαιρία κατανόησης των δεδομένων της "έξω ζωής" που σε περιμένει σε λίγα χρόνια: οι νόμοι παρακάμπτονται πάντα, όταν η λύση εξυπηρετεί και τις δύο αντικρουώμενες πλευρές ενός προβλήματος.

Γκράβα(ρα)


Κάπως έτσι, από τις μηδέν κοπάνες το χρόνο, πέρασα αυτομάτως στις 200, όχι γιατί έφευγα για φραπέ όπως οι γελοίοι αδύνατοι (με την Λουισικεϊκή έννοια, θα επανέλθω), αλλά γιατί, είτε συζήταγα τις διαφορές του 3-5-2 με το 4-5-1, είτε τις διαπίστωνα στην πράξη στο ευλογημένο τσιμέντο του προαυλίου. Εκεί λοιπόν, αναγκαστικά, οι πολιτιστικές προσλαμβάνουσες ήταν άρρηκτα συνδεδεμένες με την παρατήρηση του Άκη Ζήκου ο οποίος μας έκανε χαζούς όλη μέρα, όλη τη χρονιά. Ρε, έχω παίξει εικοστετράωρα ολόκληρα στο σύνολο με συμπαίχτη ή αντίπαλο τον Άκη Ζήκο, μαθητή του 21ου Λυκείου Αθηνών και μοναδικό έλληνα που έπαιξε τελικό τζαμποζλί, ποιος είναι ο Πλάτωνας και ποιος ο Βαν Γκογκ; Και τι είναι το καμάκι; Δε με χέζετε λέω γω…



Όνειρα

Δεν είναι τυχαίο λοιπόν ότι τα δύο όνειρα που θα σας αφηγηθώ, αντικατοπτρίζουν με συγκινητική ακρίβεια τον ψυχικό μου κόσμο, καθορισμένο από τη στρογγυλή Θεά –γενικά- και το Δημήτρη Σαραβάκο –ειδικά. Το πρώτο, τοποθετείται στα χρόνια της Γκράβας. Δευτέρα λυκείου, άρρωστος, 40 πυρετός. Νύχτα. Υπνοβατώ για πρώτη και τελευταία φορά στη ζωή μου. Τη στιγμή που με ξυπνάει ο πατέρας μου στο μπαλκόνι (κι αφού κυνήγαγε τη μάνα μου δευτερόλεπτα πριν η οποία υπνοβατώντας επίσης, προσπαθούσε να βγει απ’το σπίτι), τη στιγμή αυτή λοιπόν, μόλις έχω δώσει πάσα στο Δημήτρη Σαραβάκο -κάθετη που κόβει σα βούτηρο την αντίπαλη άμυνα- την οποία αξιοποιεί -εννοείται- σκοράροντας. Και έρχεται ο Δημήτρης ο Σαραβάκος και μ’αγκαλιάζει με το γνωστό του χαμόγελο που φωτίζει το ΟΑΚΑ, το όνειρο το ίδιο, και φυσικά, όλο το μέλλον μου. Ο πατέρας μου θα μου πει την άλλη μέρα ότι τη στιγμή που με ξύπνησε, τον αγκάλιασα ουρλιάζοντας με δάκρυα στα μάτια: "Έδωσα πάσα στο Σαραβάκο και το κόλλησε!!!" Να’ναι καλά ο πυρετός… Κι αυτός ο άνθρωπος που έτρεχε να μας μαζεύει βραδιάτικα…

Το δεύτερο όνειρο το είδα πριν από λίγους μήνες. Και μπορεί να καθόρισε και την απόφασή μου να κάτσω να γράψω για όλα αυτά. Είμαι λοιπόν συμβασιούχος καθηγητής σε Πανεπιστήμιο του εξωτερικού. Πρώτη μου χρονιά, κάτι οι αλλαγές, κάτι οι μοναξιές, δεν είμαι καλά. Κι αυτή τη φορά, δυστυχώς, θα δω εφιάλτη. Είμαι λέει κάπου, και γνωρίζω το Ράντο. Άκου μαλακία. Εγώ, το Ράντο. Πάνω στην κουβέντα δε γίνεται να μην τον ρωτήσω για το πέναλτι στο Σαραβάκο στις 10 Μαρτίου του 1991. Τότε που χάσαμε 0-1 με γκολ του Κεφτεδό, είχαμε δύο δοκάρια στη συνέχεια, και στο 90’ δε μάθαμε ποτέ αν ο Ράντος έκανε πέναλτι στο "μικρό". Μιλάμε για φάση που με στοίχειωνε για μήνες. Επιτέλους λοιπόν τον βρίσκω. Και τον ρωτάω: "Ρε Ράντο (έτσι ακριβώς), το’κανες τότε το πέναλτι ή όχι;" Χαμογελάει και μου λέει: "Εσύ τι λες;" Και πάνω που πάω ν’απαντήσω "ΕΓΩ ΛΕΩ ΝΑΙ", φάση "σε βουτάω κι απ'το γιακά άμα γουστάρεις ρε σκατόφλωρε", ξυπνάω. Πιο σκατά δε γίνεται… 



Η Αρχή

Όλα όμως -για να επιστρέψουμε από αυτό το γαϊτανάκι των αλεπάλληλων παρενθέσεων- όλα ξεκίνησαν στις 6 Μαρτίου του 1985. Τότε που ακόμη χορεύαμε υπό τη φωνή του Μέγα Γιαννημάρα. Ο Παναθηναϊκός είναι στους 8 του Κυπέλλου Πρωταθλητριών και αντιμετωπίζει τη Γκέτεμποργκ στο Ούλεβι. Η μάνα μου δουλεύει, και η γιαγιά μου κάπου γυρνοβολάει. Είμαι μόνος και παρακολουθώ τον αγώνα στη μικρή ασπρόμαυρη τηλεόραση στο δωμάτιο της μάνας μου. Απ’το άγχος, για να’μαι όσο πιο κοντά γίνεται στο τερέν, έχω ξαπλώσει μπρούμητα με το κεφάλι σχεδόν έξω απ’το κρεβάτι και τη μύτη στα 20 εκατοστά από την οθόνη. Πεντηκοστό λεπτό. Ο Θανάσης Δημόπουλος κερδίζει πέναλτι με τη μπουκλωτή χαίτη, γιατί πέφτοντας αυτή θα τιναχτεί ανεμίζοντας τόσο πειστικά, που ο ρέφερι θα δείξει βούλα. Αναλαμβάνει αυτός που σε λίγα χρόνια θα φοράει το πιο όμορφο κίτρινο περιβραχιόνιο που φόρεσε ποτέ αρχηγός του Παναθηναϊκού. Θα’ναι ριγωτό με λευκό στη μέση, πάνω στο οποίο θα είναι γραμμένο: Spitzenkraft = ηγέτης, αρχηγός. Δεν το συζητάει καθόλου κι ας είναι μόλις 24 και νεούδι στην ομάδα. Παίρνει το τόπι και το καρφώνει στο πλεκτό. Έτσι απλά. Αρχίζω να χοροπηδάω στο κρεβάτι και σπάω πρώτα τέσσερις τάβλες και μετά το κεφάλι μου στη γωνία. 

Εδώ, η μεγάλη αυτή στιγμή:
https://www.youtube.com/watch?v=Q_Rm3i0jF3o

Ωστόσο, η ρεβάνς της 20ης Μαρτίου θα με σημαδέψει για πάντα. Έχω ανακατέψει το σύμπαν ολόκληρο για να πείσω τη μάνα μου να μ’αφήσει να πάω. Η άμοιρη βρίσκει ένα συνάδελφο, μας βρίσκει και εισιτήρια και πάμε. Μπαίνοντας στο γήπεδο χτυπάω τριπλό εγκεφαλικό στο μάτι. Μιλάμε για 80.000 κόσμο. Όχι φλωριές. Μιλάμε ότι έζησα το ρεκόρ εισιτηρίων που έκανε ποτέ το ΟΑΚΑ στα δέκα μου. Σας είπα. Είμαι ένας ευλογημένος άντρας.

Το ματς θα είναι ένα από τα μεγαλύτερα θρίλερ της ιστορίας του Παναθηναϊκού: 0-1, 1-1, 1-2 οι Σουηδοί. Πιέζουμε, τίποτα. Κάπου κοντά στο 65’ δεν του δίνεται καθαρό πέναλτι όταν φάτσα με τον τερματοφύλακα Ραβέλι, τον μεγαλύτερο ευρωπαϊκό πελάτη του, θα τον κλαδέψει ένα κατσίκι από πίσω. Στο 79’ όμως, θα του δοθεί το τραβηγμένο. Η ησυχία που απλώθηκε στο στάδιο την ώρα που ετοιμάζεται να πάρει φόρα είναι ασύλληπτη. Είμαι στο πάνω διάζωμα, και μα τη μπαναγία, ακούω το χτύπημα της μπάλας με το πλασέ του. Η πορεία των 12 μέτρων από τη βούλα στο δίχτυ, διήρκησε μια ζωή. Αλλού ο Ραβέλι, στο γάμα η μπάλα απ’την άλλη. Το ΟΑΚΑ πηγαίνει πάνω-κάτω στην κυριολεξία. Κι εγώ νιώθω ότι χάρη σ’αυτόν, μπορώ άνετα να πεθάνω ευτυχισμένος μετά από 10 χρόνια ζωής. Κοιτάω ουρανό. Και τον δείχνω κιόλας. Πριν το κάνει ο Τζιοβάνι και οι θαμώνες του Ρέμου.

Δες εδώ:
https://www.youtube.com/watch?v=yVt68XvKM3o 



Το όνειρο δε σταματά

28 Μαΐου 1986. Τελικός κυπέλλου κόντρα στον Ολυμπιακό. Ο άνθρωπος με το κίτρινο περιβραχιόνιο θα κάνει όργια στη μεγαλύτερη νίκη της ιστορίας μας με αντίπαλο τον μισητό γάβρο. 4-0. Ο άνθρωπος με το κίτρινο περιβραχιόνιο δε θα σκοράρει μόνο δις, αλλά θα κάνει ρεζίλι όποιον θελήσει να τον πλησιάσει. Ακόμα και στο πέναλτι που του πιάνει ο Αρβανίτης, θα πάρει το ριμπάουντ, και παρότι είναι πλάγια με όλους τους αμυντικούς να πέφτουν πάνω του, θα τη στείλει με το μυτάκι στην κλειστή γωνία αφήνοντάς τους όλους ξερούς. Μιλάμε για ρεζίλεμα ολκής. Αυτός ο κακομοίρης ο Μίχος ακόμη πρέπει να τον βλέπει στον ύπνο του. Ο "μικρός" είναι σε μεγάλα κέφια, κι είναι μόνο στην αρχή.


21 Οκτωβρίου 1987. Η ασύλληπτη γκολάρα του στη Γιουβέντους. Φάουλ από αριστερά ο Ρότσα, διώχνει με τζούφιο ψαράκι με την καρκάλα ο Τριτσέλα, η μπάλα παίρνει ύψος και πριν σκάσει κάπου λίγο έξω απ’το ημικύκλιο, της τραβάει ο "μικρός" ένα σουτ-γούδα, και τη στέλνει τηλεφωνικά στο απέναντι γάμα. Επί τη ευκαιρία, εξηγώ εν τάχει τον όρο "σουτ-γούδα" και τα παρακλάδια του, που είναι inside joke της κατακαημένης παρέας μας. Γούδα για μας ήταν η λέξη που περιέγραφε το αντρικό πέος (ναι, το παίζω κυριλέ τώρα και λέω πέος, τι να κάνω, στα 38 σε πιάνουν οι ντροπές μ’αυτά). "Σουτ-γούδα" λοιπόν ήταν το ξερό σουτ, το μονοκόμματο που καρφώνονταν στο βάθος της εστίας με δύναμη. Μόνο που για μας δεν υπήρχε "βάθος εστίας" τότε. Υπήρχε "μήτρα". Μη γελάτε. Ήταν μια μπάλα που καρφώνονταν σε κάτι σα φωλιά. Μπορεί το '87 που μπήκε το γκολ να είμασταν ακόμη μικροί και ο όρος να μην είχε ακόμη επινοηθεί, αλλά από τις αρχές του '90 έως και τώρα, όλα αυτά τα γκολ θα χαρακτηρίζονταν έτσι μεταξύ μας: "Πω μαλάκα! Μήτρα!" ή "Πω ρε πούστη! Τι γούδα ήταν αυτή;!" Ούτε καν "γκολ-μήτρα" ή "σουτ-γούδα" από ένα σημείό κι έπειτα. Χάρην συντομίας. Κι όλ'αυτά, γιατί πολύ απλά στα 15, οτιδήποτε στέρεο εισχωρούσε σε οτιδήποτε που παρέπεμπε σε "φωλιά" ήταν "γούδα" σε "μήτρα". Κι αν είσαι άντρας και δεν το’βλεπες έτσι, εσύ το’χεις το πρόβλημα κι όχι εγώ. Λοιπόν, δοκάρι και μέσα λοιπόν ο Μικρός. Ξέρετε, σ’αυτά τα τέρματα του Ολυμπιακού Σταδίου που το δίχτυ δεν τραβιόταν από παλούκια καρφωμένα πιο πίσω όπως τώρα, σχηματίζοντας ορθογώνιο παραλληλεπίπεδο, αλλά είχαν κάθετα σε σχέση με τη γραμμή του άουτ βαλμένη μία σωληνοειδή μύτη της οποίας η μία άκρη ξεκινούσε από τη συμβολή των δοκών και επέστρεφε πάλι πίσω με κούρμπα λίγο πιο κάτω, στο κάθετο δοκάρι. Πάνω της έπεφτε αιθέρια το δίχτυ, σα φόρεμα της Αικατερίνης της Α’. Αυτά τα τέρματα μάλιστα τα αγοράζαμε και στο σουμπούτεο και τα λέγαμε έτσι: τέρματα του Ολυμπιακού Σταδίου. Αυτά ήταν, και είναι για μένα, τα "κανονικά" τέρματα. Γιατί εκεί σκόραρε ασταμάτητα ο άνθρωπος με το κίτρινο περιβραχιόνιο σφιγμένο πάνω από την πράσινη interamerican μπλούζα. Στη ρεβάνς στο Τορίνο ο φονιάς Δημόπουλος σκοράρει με "σκαστό σκροπ αλλού ντ’αλλού" και μας στέλνει αμπαλαέο να τρέχουμε μέσα στο σαλόνι γύρω γύρω. Ούτε 30 τετραγωνικά το σαλόνι. Η γκολάρα του μικρού στο ΟΑΚΑ όμως θα μείνει στην ιστορία. Ο Τακόνι θα εκμυστηρευτεί στη φισούνα στο ημίχρονο ότι ήταν αδύνατο να το πιάσει. Το γκόλ, στο 5’. Το τελικό σκορ, 1-0.


6 Μαρτίου 1991. Στη φάση των "16" του νεοσύστατου τσου-λου (στους 8 σχηματίζονταν δύο όμιλοι των τεσσάρων), ο Παναθηναϊκός αντιμετωπίζει ξανά τη Γκέτεμποργκ στο ΟΑΚΑ. Τίγκα πάλι. Είμαι στη 15. Και η είναι η πρώτη μου χρονιά στη Γκράβα. Δηλαδή ο διαλεκτικός υλισμός κυλάει στις φλέβες μου. Ο Μικρός πετυχαίνει ασύλληπτη φαουλάρα από αρκετά πλάγια στην απέναντι γωνία (ο Ραβέλι είπε ότι δεν κατάλαβε ποτέ πώς του πέρασε την μπάλα απ’το τείχος και την έστειλε στο πλεκτό), στη συνέχεια κάνει ατομική προσπάθεια από δεξιά και βγάζει μόνο του το Μαραγκό που κάνει το 2-0 και λίγο μετά καταφέρνει εκπληκτικό ένα-δύο με τακουνάκι στον Γεωργακόπουλο τον οποίο σπρώχνει καθαρά ο ξυλοκόπος αμυντικός αλλά το πέναλτι δε δίνεται ποτέ. Παιχτούρα ο Γεωργακόπουλος. Τα όργια όμως δε σταματούν εδώ. Δύο βδομάδες μετά βρισκόμαστε να χάνουμε 2-0 στο Ούλεβι στο ημίχρονο. Κι έρχεται το 60’ όπου ο Μικρός με κάνει και κλαίω πρώτη φορά μετά από γκολ, αδυνατώντας να πιστέψω αυτό που κατάφερε πάλι. Ο άνθρωπος με το κίτρινο περιβραχιόνιο, η αφίσα του οποίου έμελλε να κρεμαστεί απ’το μπαμπού φωτιστικό μου με παραμάνα, κατεβάζει μέσα στην περιοχή τη μπάλα έπειτα από σέντρα του Μαραγκού και χορεύει τέσσερις αμυντικούς στην κυριολεξία πριν στείλει με το μυτάκι τη μπάλα να καρφωθεί πίσω απ’το δεξί κάθετο δοκάρι του καημένου Ραβέλι. 1-2. Το περιβραχιόνιο είναι ακόμη εκεί, τα χέρια σηκώνονται πάλι ψηλά, αυτή τη φορά τα μανίκια είναι μακρυά και τα γάντια γκρι. Λίγο μετά, κερδίζει και εκτελεί πέναλτι για το 2-2. Τρία γκολ και μία ασίστ ο Μικρός, και γινόμαστε η πρώτη ελληνική ομάδα που θα συμμετάσχει στο νεοσυσταθέν Τσάμπιονς Λιγκ.  

Και οι δύο αγώνες εδώ:
https://www.youtube.com/watch?v=aNtzY9ZEnM8 

Δε θα μπω σε άλλες λεπτομέρειες της συμβολής του, ούτε στις μεγάλες νίκες επί του Ολυμπιακού με 1-4, στις 11 Νοεμβρίου του 1987 (με τον Καζιμιέρσκι και τα πήλινα χέρια), και 3-0 στις 26 Ιανουαρίου του 1992 με το παλικαρίσιο του γκολ με κεφαλιά, που ο Ταληκριάδης δεν τον πρόλαβε έξω απ’την περιοχή κι έπεσε πάνω του με ατσαλοσύνη Μπαντ Σπένσερ. Ούτε για τα τέσσερα γκολ κατά του ΠΑΟΚ στις 25 Μαΐου της ίδιας χρονιάς.

Το σημαντικό για μένα είναι οι ημερομηνίες. Στις δύσκολες στιγμές της προεφηβικής και εφηβικής περιόδου, όταν η σύγκρουση της Γκράβας με τα εκπαιδευτήρια "Ο Πλάτων" μου κατάφερε ανεπανόρθωτες ψυχολογικές ρωγμές, ο άνθρωπος με το κίτρινο περιβραχιόνιο με πήρε απ’το χέρι και μου’δωσε κουράγιο γι’αυτά που τόσο επώδυνα βίωνα: τη διαρκή απόρριψη των κοριτσιών, τις ασυγκράτητες ενορμήσεις μου, τη διαφάνεια που ένιωθα όταν βρισκόμουν στην καρδιά μιας παρέας. Ο τσακισμένος ναρκισσισμός μου και ο νικημένος εγωισμός μου, έβρισκαν ένα μέρος για να επουλώσουν τις πληγές τους: στη φαντασιακή ασφάλεια ενός οικοδομήματος που πέτρα-πέτρα έχτισαν τα ανεπανάληπτα σλάλομ του Μικρού, τα τρομοκρατημένα πρόσωπα των γάβρων όταν τον έβλεπαν να παίρνει τη μπάλα και η απίστευτη σιγουριά νικητή που τον καθόριζε. Για όλα είχα μια απάντηση όταν η ασημαντότητά μου γινόταν ανυπόφορη. Για όλα είχα κι εγώ κάτι να πω. Χωρίς αυτόν, τα τεράστια κύματα της εφηβείας, θα με τσάκιζαν στα βράχια μιας ζωής που δε σου χαρίζεται. Μαζί του, κατάφερα να τα αποφύγω. Στο τσακ. Ξέρετε γιατί; Γιατί μπορούσα πάντα να απαντώ στον κάθε πιο έξυπνο από μένα –δηλαδή σε όλους: "Μητσάρα-Μητσάρα-Σκίστους-την-(γ)κωλάρα!"

Σας είπα. Είμαι ένας ευλογημένος άντρας.